Ρόμπερτ Ρέντφορντ: Ο ξανθός γαλανομάτης γόης που έκανε το Χόλιγουντ να ονειρεύεται – Η σπουδαία καριέρα και οι τραγωδίες

Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ, το κινηματογραφικό είδωλο του Χόλιγουντ και ο διαχρονικά «ωραίος» του σινεμά, ένας από τους πιο εμβληματικούς ηθοποιούς που στη συνέχεια καθιερώθηκε ως σκηνοθέτης και ακτιβιστής, πέθανε σε ηλικία 89 ετών.

Ο ξανθός, γαλανομάτης γόης που αποτέλεσε, επί δεκαετίες, τον κρυφό πόθο αμέτρητων γυναικών σε ολόκληρο τον κόσμο, ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ, έφυγε από τη ζωή στις 16 Σεπτεμβρίου 2025, σε ηλικία 89 ετών, στο σπίτι του στην πολιτεία της Γιούτα.

Ο μοναδικός Χάμπελ από την κλασική ταινία αγάπης «Τα καλύτερά μας χρόνια», ο ώριμος αλλά απαράμιλλα γοητευτικός «Γητευτής των αλόγων», με το γοητευτικό του παρουσιαστικό, το ταλέντο του και το κύρος του, ο Ρέντφορντ έγινε το απόλυτο σύμβολο του «κλασικού Αμερικανού leading man».

Η πορεία του, που διήρκεσε περισσότερες από έξι δεκαετίες, άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμα του τόσο στο Χόλιγουντ όσο και στον ανεξάρτητο κινηματογράφο.

Ο Charles Robert Redford Jr. γεννήθηκε στις 18 Αυγούστου 1936 στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια. Τα νεανικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από την αγάπη του για τις τέχνες, ενώ για μικρό διάστημα φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο. Η πραγματική του πορεία ξεκίνησε στο θέατρο, όπου έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο Μπρόντγουεϊ το 1959, πριν περάσει στις τηλεοπτικές σειρές και στη μεγάλη οθόνη.

Ο Ρέντφορντ, θα αφήσει ανεξίτηλο στίγμα για ταινίες όπως Τα Καλύτερά μας Χρόνια, «Οι δύο ληστές», «Το Κεντρί», «Οι μέρες του Κόνδορα», «Όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου», ταινίες που σημάδεψαν το σινεμά.

Παράλληλα άφησε τη σφραγίδα του και ως σκηνοθέτης και ακτιβιστής.

Είχε κερδίσει μάλιστα Όσκαρ ως σκηνοθέτης για την ταινία «Συνηθισμένοι Ανθρωποι» και ένα δεύτερο για τη συνολική του προσφορά στον κινηματογράφο.

Πέρα από την υποκριτική και τη σκηνοθεσία, ο Ρέντφορντ ίδρυσε το Sundance Institute και το Sundance Film Festival, δίνοντας βήμα σε χιλιάδες δημιουργούς του ανεξάρτητου κινηματογράφου.

Χάρη σε αυτόν, νέοι σκηνοθέτες όπως οι Κουέντιν Ταραντίνο, Στίβεν Σόντερμπεργκ και Ντάρεν Αρονόφσκι βρήκαν το κοινό τους.

Θέατρο, τηλεόραση και κινηματογράφος
Ο πρώτος του ρόλος ήταν στην παράσταση Tall Story το 1958, η οποία παίχτηκε στο Μπρόντγουεϊ. Ακολούθησαν μικροί ρόλοι στις τηλεοπτικές σειρές The Naked City και Route 66. Το πρωταγωνιστικό ντεμπούτο του σε τηλεοπτική σειρά έγινε το 1960 στο Maverick. Ακολούθησαν και άλλες σειρές και θεατρικές παραστάσεις.

Η πρώτη φορά που συμμετείχε σε κινηματογραφική ταινία ήταν το 1962, στο ανεξάρτητο War Hunt (Ο πόλεμος μας έκανε σκληρούς), το οποίο γυρίστηκε μολις σε δύο εβδομάδες.

Το 1965, έπαιξε στο Situation Hopeless… But Not Serious, το οποίο ήταν η πρώτη του επίσημη ταινία. Την ίδια χρονιά, συμπρωταγωνίστησε με τους Νάταλι Γουντ και Κρίστοφερ Πλάμερ, στο Inside Daisy Clover, του Ρόμπερτ Μάλιγκαν, το οποίο προτάθηκε, τελικά, για δύο βραβεία Όσκαρ, ενώ ο ίδιος ο Ρέντφορντ κέρδισε την πρώτη του Χρυσή Σφαίρα.

Το 1966, του δόθηκε ο ρόλος του σερίφη στο The Chase, του Άρθουρ Πεν, όμως, ο ίδιος επέλεξε αυτόν του κατάδικου. Ο σερίφης ενσαρκώθηκε από το Μάρλον Μπράντο.

Επίσης, συνεργάσθηκε και πάλι με τη Νάταλι Γουντ, αυτή τη φορά, για το This Property Is Condemned, του Σίντεϊ Πόλακ, βασισμένο στο ομότιτλο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς.

Το 1967, πρωταγωνίστησε μαζί με την Τζέιν Φόντα στην κινηματογραφική εκδοχή του Barefoot in the Park. To 1968, υπέγραψε συμφωνία για το γύρισμα μιας ταινίας γουέστερν με την Paramount. Ωστόσο, αθέτησε την υπόσχεσή του και η υπόθεση κατέληξε στα δικαστήρια με τον Ρέντφορντ να μείνει για αρκετό χρονικό διάστημα χωρίς δουλειά. Το 1969, πρωταγωνίστησε στο γουέστερν Οι δύο ληστές του Τζορτζ Ρόι Χιλ, μαζί με τον Πολ Νιούμαν. Η ταινία αυτή είχε μεγάλη επιτυχία, καθώς βραβεύθηκε με τέσσερα Όσκαρ.

Συνεργάσθηκε ξανά με το Σίντεϊ Πόλακ το 1972 για το γουέστερν Jeremiah Johnson και το 1973 για τη δραματική ιστορία αγάπης The Way We Were, μαζί με τη Μπάρμπρα Στρέιζαντ.

Το 1974, ακολούθησε μια νέα επιτυχία, Ο μεγάλος Γκάτσμπυ, η οποία βασίσθηκε στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ.

Το 1975, συνεργάσθηκε και πάλι με τον Πόλακ για το πολιτικό θρίλερ Οι τρεις μέρες του κόνδορα, ενώ το 1976, στην ταινία All the President’s Men, η οποία και βραβεύθηκε με τέσσερα Όσκαρ, πήρε το ρόλο του δημοσιογράφου Μπομπ Γούντγουορντ, ο οποίος πάσχιζε να διαλευκάνει το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ.

Ακολούθησαν δύο ακόμη ταινίες, με τον Πόλακ παραγωγό και τη Φόντα συμπρωταγωνίστρια: A Bridge Too Far, του 1977 και το The Electric Horsemen, του 1979.