Ίσως αρκετοί αιφνιδιάζονται όταν ακούν Αριστερούς να βάζουμε στην ίδια πρόταση την Αριστερά και τη θρησκεία. Ίσως, μάλιστα, να σκανδαλίζονται αν τυχόν συμπεριλάβουμε και την εκκλησία στην ανάλυση και στη διαλεκτική μας. Παρότι αυτοί οι «αρκετοί» απλώνονται σε όλο το φάσμα ιδεολογιών και πεποιθήσεων, σε τέτοιες συζητήσεις —και μάλλον εν αγνοία τους— αποκαλύπτουν αξιοσημείωτες ομοιότητες μεταξύ τους.
Πρώτον, επαναλαμβάνουν κατά κόρον μια επιχειρηματολογία που αναπαράγει με διαφορετικές αναφορές την ίδια μανιχαϊστική προσέγγιση: σε έναν κόσμο πρακτικά άπειρων πιθανοτήτων, αλληλεξαρτήσεων κι ερμηνειών, αυτοί βλέπουν παντού άσπρο και μαύρο. Ναι και όχι. Μηδέν και ένα. Όλα και τίποτα.
Ως άνθρωποι που περιφρονούν αγόγγυστα αμέτρητες παραμέτρους για χάρη της βολικής βεβαιότητάς τους, μας κατευθύνουν προς τη δεύτερη κοινή πτυχή τους: κατά κανόνα αυτοαξιολογούνται ως αυθεντίες. Μόνο αυτοί και οι τυχόν πηγές τους έχουν αξιοπιστία· μόνο αυτοί ερμηνεύουν ορθά το υλικό και πνευματικό σύμπαν, μόνο αυτοί γνωρίζουν την αλήθεια.
Κι αυτή η παρατήρηση μάς βοηθά να δούμε και την τρίτη, ίσως και πιο ανησυχητική, ομοιότητα: οι εμβρόντητες αυθεντίες δυσκολεύονται πολύ να τείνουν αγαθή χείρα «προς έτερο». Και πολύ περισσότερο προς τον «άλλο» έτερο, τον άγνωστο, τον ξένο, τον αλλόδοξο. Δυσκολεύονται πολύ να διακρίνουν το καλό μακριά από τον εαυτό τους, την οικογένειά τους και τον όποιο «κύκλο» τους. Ακόμη περισσότερο, δυσκολεύονται πολύ να βρουν αξία στον πλούτο της αλληλοκατανόησης που ανθίζει στην προσέγγιση και στη συνέργεια.
Παρότι, λοιπόν, αρκετοί δυσκολεύονται να δουν τι μας ενώνει, σε έναν διχασμένο και διχαστικό κόσμο είναι χρέος της Αριστεράς και της θρησκείας να διασταυρωθούν στο μετερίζι που περισσότερο από κάθε άλλο συνδέει και συντονίζει τα κοινά προτάγματά τους.
Γιατί στον πυρήνα τους ο πραγματικά πιστός και ο πραγματικά Αριστερός αντλούν από την ίδια πηγή ενέργειας, μοιράζονται το ίδιο ποιητικό αίτιο: την αλληλεγγύη. Την αλληλεγγύη ως έμπρακτη εκδήλωση άδολης έγνοιας προς τον αόριστο κι αφηρημένο «έτερο». Την αλληλεγγύη ως συνειδητοποίηση της κρίσιμης αναγκαιότητας να στέρξουμε αυτόν τον άγνωστο έτερο. Και τη λέω κρίσιμη γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούμε να υπάρξουμε εκτός κοινωνίας, η οποία είναι εξ ορισμού συνύπαρξη ετεροτήτων.
Μυριάδες άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, που όμως μοιράζονται επί χιλιετίες τόσες πολλές και τόσο οικείες θεμελιακές αγωνίες: την εξασφάλιση της επιβίωσης, τη δόμηση ουσιαστικών σχέσεων, την προκοπή, την αναζήτηση του ευ ζην, τη συναισθηματική κάλυψη, την απάντηση στα μεγάλα ερωτήματα για το μέσα και το γύρω μας, τον φόβο του θανάτου.
Είναι, λοιπόν, χρέος της Αριστεράς και της θρησκείας να διασταυρωθούν. Ένα χρέος ιστορικό, μπροστά στην πιο άγρια συνθήκη που μας επιβάλλει με πυγμή μια ιδιοτελής, αδίστακτη και παρασιτική ελίτ. Κι αυτή η άγρια συνθήκη προωθείται ταυτόχρονα και συντονισμένα, με δεξιό ψάλτη τον φόβο και τη χορωδία των ψεύτικων αδιεξόδων να κρατά το ίσο.
Υπάρχει, όμως, κι ένας αριστερός ψάλτης. Αυτός που ψάλλει τα λεγόμενα «εναλλασσόμενα μέρη», που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γιατί μας λένε ότι δεν υπάρχει ειλικρινής πιστός και ειλικρινής Αριστερός που να μπορέσει ποτέ να συνηθίσει τα φέρετρα φαντάρων να επιστρέφονται στις οικογένειές τους επειδή κάποιοι παράφρονες θεωρούν φυσιολογικό να λύνουμε τις διαφορές μας με όπλα που μπορούν να καταστρέψουν τον πλανήτη και την ανθρωπότητα όχι μία, αλλά δεκάδες φορές.
Που να μην αισθανθεί βαρύ το όνειδος για την ίδια την ανθρωπότητα όταν βλέπει γενοκτονίες να αναμεταδίδονται σε ζωντανή σύνδεση.
Που να μη ανησυχεί από την κλιματική κρίση και την περιβαλλοντική υποβάθμιση.
Που να μη νιώσει βαριά την αδικία της καθημερινής εξαθλίωσης που λέγεται δεκατριάωρη εργασία.
Που να μην αγωνιά όταν βλέπει τη μεγάλη ελπίδα της ψηφιακής επανάστασης να μετατρέπεται σε εργαλείο εξωφρενικού πλουτισμού, ανισότητας, περιθωριοποίησης, παραπληροφόρησης, απόσπασης προσοχής και απάθειας.
Που να μη θυμώνει όταν βλέπει τους αργυραμοιβούς να τοκοπλουτίζουν και να χειραγωγούν την αγορά και την κοινωνία, ενώ εργαζόμενοι, οικογενειάρχες και συνταξιούχοι ζουν σε στεγαστική απελπισία και επιβιωτική επισφάλεια.
Που να μην πικραίνεται όταν διαπιστώνει ότι ο επιτήδειος και ο διαπλεκόμενος θριαμβεύουν σε βάρος του άξιου και του έντιμου, κι ότι στον ρόλο του μαέστρου εναλλάσσονται κύμβαλα αλαλάζοντα.
Που να μη θεωρεί ύβρη την τόσο παρανοϊκά υψηλή συγκέντρωση πλούτου κι εξουσίας σε τόσο λίγους. Οι οποίοι, όπως είπε ο Άρης Βελουχιώτης στην ιστορική ομιλία του στη Λαμία, «αν μάλιστα εξετάσουμε βαθύτερα το πράμα αυτό, θα δούμε ότι αυτοί είναι άθρησκοι, γιατί σε αυτούς δεν υπάρχει ούτε ίχνος θρησκευτικής συνείδησης κι ο μόνος που λατρεύουν είναι ο Θεός Μαμμωνάς, ο Θεός του χρήματος…».
Και επ’ αυτού να δούμε ένα παράδειγμα: η αποτίμηση του πλουσιότερου ανθρώπου στον κόσμο θα ανέλθει το 2026 σε δύο ετήσια ΑΕΠ της πατρίδας μας. Αυτό εννοεί ο καπιταλισμός όταν μιλά για ανταγωνισμό και για ευκαιρίες; Είναι «ευκαιρία» να σου δίνεται η δυνατότητα να συγκεντρώσεις ως άτομο τη χρηματική αξία και την ισχύ που αντιστοιχεί σε ευρωπαϊκό κράτος 11 εκατομμυρίων κατοίκων σε διετή λειτουργία; Είναι αξιοσέβαστη επιδίωξη; Είναι «υγιής ανταγωνισμός»; Ή μήπως είναι η κατάργηση κάθε ανταγωνισμού, η πλήρης επικυριαρχία αποκλειστικών μονοπωλίων και η ακραία διεύρυνση των ανισοτήτων;
Η τρέχουσα χρονική καμπή φέρνει ανακατατάξεις τέτοιας έντασης και κλίμακας που όμοιές τους δεν έχουν καταγραφεί στην ανθρώπινη ιστορία.
Οι καθησυχαστές θα μας πουν ότι οι μεγάλες μεταβάσεις παραδοσιακά προκαλούσαν στην αρχή τον φόβο και την καχυποψία του καινοφανούς, μέχρι οι εφαρμογές τους να οριοθετηθούν, να προσαρμοστούν στις κοινωνικές απαιτήσεις και να ισορροπήσει το σύστημα. Ότι έτσι συνέβαινε πάντα: από τη φωτιά και τον τροχό μέχρι την τυπογραφία, από την ατμομηχανή και τον ηλεκτρισμό μέχρι τη γραμμή παραγωγής, από την πετρελαϊκή διύλιση μέχρι τις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, κι από τον τηλέγραφο μέχρι το διαδίκτυο. Κι ότι οι ανησυχούντες όλων των αποχρώσεων —από τους τεκμηριωμένους σκεπτικιστές μέχρι τους ακραιφνείς λουδίτες— πάντοτε υπήρχαν και πάντοτε θα υπάρχουν, περίπου ως μια συστημική παραφωνία που εν καιρώ εναρμονίζεται.
Μόνο που τώρα κάνουν λάθος. Κάνουν τεράστιο λάθος, γιατί συγκρίνουν εντελώς ανόμοιες καταστάσεις.
Πρώτον, τα προγνωστικά μοντέλα σε σχέση με την εξέλιξη της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης είναι τόσο ασταθή που αμφισβητούν όλες τις παγιωμένες βεβαιότητές μας.
Δεύτερον, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας μια τόσο σαρωτική αναδιαμόρφωση εξελίσσεται κυριολεκτικά σε πραγματικό χρόνο και ταυτόχρονα σε οικουμενική διάσταση.
Τρίτον, ο ψηφιακός μετασχηματισμός αναφέρεται σε μια επανάσταση που αυξητικά συντελείται ερήμην της κοινωνίας και του υλικού κόσμου, πολύ απλά γιατί η κοινωνία και ο υλικός κόσμος δεν του είναι πάντοτε απολύτως αναγκαία. Πρακτικά, πέραν της εγκατάστασης και της μέριμνας για παροχή ενέργειας, μετά την αρχική ενεργοποίηση είμαστε λίγο-πολύ περιττοί για την εφεξής διαδικασία.
Τέταρτον, ποτέ στο παρελθόν δεν προέκυψαν ζητήματα υποκατάστασης του ανθρώπου σε τόσο μαζική κλίμακα. Δεν μιλάμε πλέον για συγκεκριμένα χειρωνακτικά επαγγέλματα που απειλούνται, γιατί δεν υπάρχει ούτε μια ανθρώπινη δραστηριότητα που να μην μπαίνει στη συζήτηση της υποκατάστασης.
Και δεν αναφέρομαι, για παράδειγμα, μόνο στους γιατρούς που βλέπουν την εφαρμογή «Ντόκτορ Γουώτσον» να έχει υψηλότερο ποσοστό ορθής διάγνωσης με μονοψήφιο αριθμό ερωτήσεων σε σχέση με τον μέσο παθολόγο, αλλά και σε δραστηριότητες υψηλής δημιουργικότητας και πρωτοτυπίας που θεωρούσαμε ότι ταυτίζονται αποκλειστικά με τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά: εικαστικές τέχνες, μυθοπλαστική συγγραφή, μουσική, δημοσιογραφία· ακόμη και ρομποτικό υπουργό είδαμε να αναλαμβάνει καθήκοντα στην Αλβανία.
Πλέον τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης αυτοδιδάσκονται και αλληλοδιδάσκονται χωρίς να χρειάζεται ανθρώπινη παρέμβαση. Μάλιστα, κατά την αλληλεπίδρασή τους αναπτύσσουν και τις δικές τους γλώσσες επικοινωνίας, ακατάληπτες για τους ανθρώπους. Η πρόοδος της μηχανικής μάθησης είναι ταχύτατη και εκθετική, σε βαθμό αδιανόητο για τον ανθρώπινο νου. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι άυλη, αόρατη, εργάζεται άοκνα κι αδιάκοπα στο παρασκήνιο της ανθρώπινης δραστηριότητας και καλεί τους ανθρώπους να την εμπιστευτούν χωρίς να τους εξηγεί λεπτομέρειες.
Κι όλο αυτό, παραλλάσσοντας ένα παλιό τραγούδι, καλούμαστε να πιστέψουμε ότι γίνεται «για το καλό μας».
Αναφέρθηκα παραπάνω —χωρίς να τον κατονομάσω— στον Ίλον Μασκ. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία γι’ αυτόν: πριν λίγα χρόνια έκανε δημόσιες εκκλήσεις για αυστηρή χαλιναγώγηση και επιτήρηση της εξέλιξης των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης. Τότε έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου. Όταν είδε ότι ο παγκόσμιος ανταγωνισμός εντάθηκε και ότι κανείς δεν ήταν πρόθυμος να ρυθμίσει το πεδίο, ανέκρουσε πρύμνα. Διοχέτευσε αμέσως πακτωλό επενδύσεων στην ανάπτυξη των δικών του εφαρμογών, όπως κάνει μέχρι σήμερα.
Πριν δύο εβδομάδες ο Ίλον Μασκ δήλωσε δημόσια ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα κάνει το χρήμα και την εργασία έννοιες περιττές· ότι θα εργαζόμαστε κατά προαίρεση, σχεδόν από χόμπι.
Δεν ξέρω αν ο κύριος Μασκ κοιμήθηκε τεχνοβαρόνος και ξύπνησε τεχνοπρολετάριος· ξέρω όμως δύο πράγματα:
Πρώτον, ότι έχει ίδιο συμφέρον να εμφανίζει ως επικρατέστερη μια τέτοια ελκυστική εκδοχή. Ποιος δεν θέλει να αγοράσει τις μετοχές μιας εταιρίας που υπόσχεται ένα τέτοιο μέλλον;
Δεύτερον, ότι πριν λίγες ημέρες ο Τζόφρι Χίντον, ο λεγόμενος «πατέρας της τεχνητής νοημοσύνης», είπε τα εξής:
Πρώτον, ότι «οι τεχνολογικοί μονομάχοι δεν έχουν πραγματικά σκεφτεί ότι αν εργαζόμενοι δεν πληρώνονται, δεν θα υπάρχει κανείς να αγοράσει τα προϊόντα τους. Δεν έχουν σχέδιο Β».
Δεύτερον, ότι «θα προκληθεί μαζική ανεργία και τεράστια αύξηση κερδών. Πολύ λίγοι θα γίνουν πολύ πλουσιότεροι και οι περισσότεροι θα φτωχοποιηθούν. Αυτό δεν είναι λάθος της τεχνητής νοημοσύνης — είναι του καπιταλιστικού συστήματος».
Τρίτον, ότι «δεν θα έπρεπε να φτιάξουμε συστήματα πιο έξυπνα από εμάς πριν γνωρίζουμε πώς μπορούμε να συμβιώσουμε μ’ αυτά».
Τέταρτον, ότι «ήδη έχουμε δει συστήματα τεχνητής νοημοσύνης να προσπαθούν να εξαπατήσουν ανθρώπους που προσπαθούν να τα απενεργοποιήσουν».
Θα μου επιτρέψετε μεταξύ των δύο να αφουγκραστώ τον επιστήμονα κι όχι τον έμπορο. Να βασιστώ στην εμπεδωμένη ιστορική εμπειρία κι όχι στην αυθυποβολή μιας επίπλαστης καταναγκαστικής αισιοδοξίας που βολεύει.
Όπως είχε παρατηρήσει ο Μαρξ, «η ελευθερία του εγωιστή ανθρώπου είναι η βάση κι ο απαραίτητος όρος του καπιταλισμού». Αναμενόμενα, σε ένα σύστημα που απεχθάνεται κάθε ρύθμιση και οριοθέτηση ως δήθεν αφόρητη καταπίεση, το πέρασμα από την ελευθερία στην ασυδοσία αποτελεί μαθηματική βεβαιότητα.
Στην Επιστολή του προς τους Φιλιππησίους, ο Απόστολος Παύλος συμβουλεύει: «Μη κάνετε τίποτα από εγωιστική φιλοδοξία ή μάταιη έπαρση· αντίθετα, με ταπεινοφροσύνη να θεωρείτε τους άλλους ανώτερους από τον εαυτό σας, μη κοιτάζοντας τα δικά σας συμφέροντα, αλλά ο καθένας σας τα συμφέροντα των άλλων».
Εκεί, λοιπόν, και μπορούμε και οφείλουμε να ανταμώσουμε: στον αγώνα για το κοινό καλό, στον έμπρακτο αλτρουισμό. Ο χριστιανισμός, όπως και η Αριστερά, διδάσκει την έργω φιλανθρωπία, όχι την παθητική παρατήρηση και καταγραφή της κατάπτωσης. Ήταν —και είναι— ριζοσπαστικός και προοδευτικός, γιατί και ο Ιησούς συγκρούστηκε με τα νοσηρά κατεστημένα της εποχής του.
Όπως και η Αριστερά, έτσι και η εκκλησία έχει στον πυρήνα της τον ακτιβισμό: στήνει κοινωνικά ιατρεία και δομές φιλοξενίας για τους ασθενείς και τις οικογένειές τους, οργανώνει συσσίτια για τους πεινώντες και τους διψώντες, στέλνει ανθρωπιστική βοήθεια σε μέρη όπως το Κομπάνι. Έχει συσσωρευμένη εμπειρία και μεθοδολογία χιλιετιών. Και, το σημαντικότερο, διαθέτει τεράστιο ανθρώπινο κεφάλαιο: το πλήρωμά της, που μπορεί να κινητοποιηθεί με θαυμαστά αποτελέσματα.
Σε ένα απάνθρωπο περιβάλλον ακραίας συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους, είναι επείγουσα κι ανεκτίμητη υπηρεσία προς τον συνάνθρωπο να δρομολογήσουμε κοινές δράσεις: στη στέγαση, στην αντιμετώπιση του δημογραφικού, στην υγειονομική περίθαλψη, στην πρόνοια και στη μέριμνα, στη στήριξη των περιθωριοποιημένων, στην ανακούφιση των αναξιοπαθούντων, στη δόμηση ενός άλλου κοινωνικού προτύπου.
Η κοινή μας ηθική είναι η άδολη προσφορά στον κόσμο του σήμερα και στις γενιές του αύριο. Η ανάγκη γεννήθηκε χθες, και οι εξελίξεις δεν μας αφήνουν άλλα περιθώρια. Ή θα πάμε όλοι μαζί ή θα κερδίσει ο κανένας. Όπως είπε και ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, «το πραγματικό δίλημμα των σκεπτόμενων σήμερα ανθρώπων συνοψίζεται στην ανάγκη να επιλέξουμε ανάμεσα στο “όλοι μας” και στο “κανείς”».
Οι παραπάνω θέσεις αποτέλεσαν τα κεντρικά σημεία της εισήγησης του Κώστα Αρβανίτη, Αντιπροέδρου της Αριστεράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην ημερίδα: «Ο ρόλος του χριστιανισμού σε μια Ευρώπη που αλλάζει».
Το άρθρο του Κώστα Αρβανίτη δημοσιεύθηκε στο tvxs.gr















