Ρωγμές στο ΝΑΤΟ και ευρωπαϊκή αβεβαιότητα

Δηλώσεις Ρούτε, αμερικανικές περικοπές σε νατοϊκές δομές και διλήμματα για ΕΕ και Τουρκία διαμορφώνουν ένα νέο, ασταθές γεωπολιτικό τοπίο.

Η εικόνα ενός αδιατάρακτου ΝΑΤΟ μοιάζει πλέον περισσότερο με ευσεβή πόθο, καθώς οι εσωτερικές εντάσεις γίνονται ολοένα και πιο ορατές. Η αναφορά του γενικού γραμματέα της Συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε, σε αυτό το «όνειρο» πυροδότησε αντιδράσεις, όταν δήλωσε ανοιχτά πως «όποιος θεωρεί ότι η Ευρώπη μπορεί να αμυνθεί χωρίς τις ΗΠΑ, απλώς συνεχίζει να ονειρεύεται». Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε κυρίως τη δυσαρέσκεια της Γαλλίας, την ώρα που η στάση της Ουάσινγκτον, με αφορμή και το ζήτημα της Γροιλανδίας, δείχνει διάθεση για πιο αποφασιστικές κινήσεις.

Ήδη οι ΗΠΑ έχουν γνωστοποιήσει ότι έως το 2029 θα προχωρήσουν σταδιακά σε αποχώρηση από σειρά συμμαχικών δομών στην Ευρώπη. Το σχέδιο προβλέπει την ολοκλήρωση των υφιστάμενων θητειών χωρίς ανανέωση και την επακόλουθη κατάργησή τους. Όπως μεταδίδει το Reuters, η κυβέρνηση Τραμπ έχει ενημερώσει ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ότι προτίθεται να περικόψει περίπου 200 αμερικανικές θέσεις από δομές του ΝΑΤΟ που σχετίζονται με τον σχεδιασμό και την εποπτεία στρατιωτικών και πληροφοριακών επιχειρήσεων.

Στις δομές που αναμένεται να επηρεαστούν περιλαμβάνονται το Κέντρο Συγχώνευσης Πληροφοριών του ΝΑΤΟ στο Ηνωμένο Βασίλειο και η Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων στις Βρυξέλλες. Παράλληλα, προβλέπονται μειώσεις στο STRIKFORNATO στην Πορτογαλία, που έχει ρόλο στον συντονισμό ναυτικών επιχειρήσεων, καθώς και σε άλλες παρόμοιες υπηρεσίες της Συμμαχίας. Όσον αφορά τη νατοϊκή παρουσία των ΗΠΑ στην Ελλάδα, σε βάσεις όπως η Σούδα και η Λάρισα, οι αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν αργότερα την άνοιξη, στο πλαίσιο της προγραμματισμένης επίσκεψης του Αμερικανού αντιπροσώπου του ΝΑΤΟ στην Αθήνα και του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, την οποία έχει προαναγγείλει η πρέσβης Κίμπερλι Γκίλφοϊλ.

Σε δεύτερο επίπεδο, αυτές οι εξελίξεις γεννούν ερωτήματα για το αν οδηγούν σε ουσιαστική αποδυνάμωση ή ακόμη και σε διάβρωση του ΝΑΤΟ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, προς το παρόν, περιορίζεται σε δηλώσεις και σχεδιασμούς επί χάρτου. Ευρωπαϊκές αναλύσεις εκτιμούν ότι, σε ένα τέτοιο σενάριο, η ΕΕ θα αναγκαστεί να επαναπροσδιορίσει συνολικά την αμυντική της στρατηγική. Τα κράτη-μέλη πιθανότατα θα συγκαλέσουν έκτακτες συνόδους κορυφής για τη διαμόρφωση νέου πλαισίου ασφάλειας και θα επιταχύνουν σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες, προκειμένου να ανασυγκροτήσουν στρατιωτική ισχύ και να αποτρέψουν εξωτερικές απειλές.

Μια άμεση συνέπεια θα ήταν, ωστόσο, η περαιτέρω επιδείνωση των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων με τις ΗΠΑ. Τη στάση αυτή αποτύπωσε χαρακτηριστικά και ο Ντόναλντ Τραμπ, δηλώνοντας ότι «κανένας άλλος πρόεδρος ή άνθρωπος δεν έχει προσφέρει περισσότερα στο ΝΑΤΟ από εμένα» και ότι χωρίς τη δική του παρέμβαση «ο οργανισμός θα είχε καταλήξει στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η θέση της Τουρκίας, η οποία βρίσκεται μπροστά σε ένα σύνθετο δίλημμα. Από τη μία, επιθυμεί να διασφαλίσει την ασφάλειά της μέσω ενός ΝΑΤΟ με ισχυρή αμερικανική ηγεσία· από την άλλη, στηρίζει την οικονομική της σταθερότητα στις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αποδυνάμωση του διατλαντικού δεσμού θα την έφερνε αντιμέτωπη με την ανάγκη να επιλέξει μεταξύ στενότερης ευθυγράμμισης με τις ΗΠΑ ή με την ΕΕ, με αντίστοιχες επιπτώσεις είτε στην ασφάλεια είτε στην οικονομία της. Το δίλημμα θα γίνει ακόμη πιο έντονο αν η ΕΕ αναλάβει αυξημένο ρόλο στην ευρωπαϊκή άμυνα, συνεχίζοντας παράλληλα να κρατά την Τουρκία σε απόσταση. Σε ένα περιβάλλον όπου η αμερικανική δέσμευση φαίνεται ολοένα και λιγότερο δεδομένη, η Άγκυρα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε τρεις πόλους: Ευρώπη, Ηνωμένες Πολιτείες και Ρωσία.