Η κλιμάκωση της βίας προκαλεί διεθνείς ανησυχίες για την ασφάλεια και την προστασία των πολιτών στη χώρα.
Τουλάχιστον δεκάδες άνθρωποι, μεταξύ των οποίων στρατιωτικοί, σκοτώθηκαν από τζιχαντιστές της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος στη Δυτική Αφρική (ΙΚΔΑ) στη βορειοανατολική πολιτεία Μπόρνο της Νιγηρίας, τη νύχτα της Τετάρτης προς Πέμπτη. Σύμφωνα με τοπικές και ιατρικές πηγές, αρκετοί στρατιώτες παραμένουν αγνοούμενοι, ενώ τα θύματα περιλαμβάνουν και εργάτες και κυνηγούς που επέστρεφαν στη βάση τους.
Η επίθεση έγινε κοντά στη Σάμπον Γκάρι, σε απόσταση περίπου πέντε χιλιομέτρων από τη γέφυρα του Ουατζιρόκο, η οποία είχε καταστραφεί από τζιχαντιστές πέρυσι και βρίσκεται υπό ανοικοδόμηση. Δεκαεννιά πτώματα, ανάμεσά τους πέντε στρατιωτικοί και 15 άμαχοι, μεταφέρθηκαν στο γενικό νοσοκομείο της Μπίου.
Η επίθεση ακολουθεί άλλη πρόσφατη ενέργεια του ΙΚΔΑ κοντά στην πόλη Νταμάσακ, όπου σκοτώθηκαν 9 στρατιωτικοί και άλλοι 10 κηρύχτηκαν αγνοούμενοι. Το ΙΚΔΑ, που διασπάστηκε από τη Μπόκο Χαράμ το 2016, στοχεύει κυρίως τις δυνάμεις ασφαλείας, αλλά δεν γλιτώνουν και οι άμαχοι.
Παρά τη μείωση της βίας στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, οι επιθέσεις των τζιχαντιστών έχουν εξαπλωθεί σε γειτονικές χώρες, όπως ο Νίγηρας, το Τσαντ και το Καμερούν. Οι ένοπλες δυνάμεις της Νιγηρίας διεξάγουν στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά οι οργανώσεις παραμένουν ικανές να προκαλούν πολύνεκρες επιθέσεις.
Τα τελευταία μήνες, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ασκεί πιέσεις στη Νιγηρία για την αντιμετώπιση της τζιχαντιστικής δράσης. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κατήγγειλε «διωγμό» των χριστιανών, αν και οι θάνατοι αφορούν χριστιανούς και μουσουλμάνους. Η νιγηριανή κυβέρνηση και ειδικοί αντέκρουσαν αυτούς τους ισχυρισμούς.
Στο πλαίσιο αντιμετώπισης της απειλής, οι νιγηριανές ένοπλες δυνάμεις πραγματοποίησαν αεροπορικές επιδρομές εναντίον τζιχαντιστών συνδεδεμένων με το ΙΚΔΑ, ενώ η συνεργασία με τη διεθνή κοινότητα ενισχύεται. Παράλληλα, οι μαζικές απαγωγές πολιτών από συμμορίες («bandits») συνεχίζουν να προσθέτουν στον κύκλο βίας στη χώρα, με πρόσφατη υπόθεση στην πολιτεία Καντούνα, όπου απήχθησαν πάνω από 170 άνθρωποι από εκκλησίες.
















