Στο πένθος έχει βυθιστεί η χώρα μετά από το εργατικό δυστύχημα στη Βιολάντα.
Με αφορμή αυτό το τραγικό γεγονός, ο αντιπρόεδρος της LEFT και επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστας Αρβανίτης, σε ανάρτησή του, αναφέρεται σε έρευνα που είχαν κάνει από τον περασμένο Νοέμβριο και όπως λέει «είχαν προειδοποιήσει ότι τα εργατικά δυστυχήματα θα καταγράψουν αριθμό ρεκόρ για το 2025 και ότι θα συνεχίσουν να αυξάνονται όσο δεν αλλάζει η αντεργατική πολιτική αυτής της κυβέρνησης».
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο δρ. Ανδρέας Στοϊμενίδης παρουσίασε έρευνα στην οποία καταγράφεται ότι οι αρμόδιες αρχές καταχωρούν μόλις το 30% των θανατηφόρων περιστατικών που ο ίδιος εντόπισε, εξηγώντας αναλυτικά τη μεθοδολογία και τα συμπεράσματα της μελέτης του.
Η έρευνα παρουσιάστηκε στην εκδήλωση «Η Αξία της Ζωής στην Εργασία σε Ελλάδα & Ευρώπη», που διοργανώθηκε στην Αθήνα από τη Left με συμμετοχή ειδικών, ευρωβουλευτών, πολιτικών και συνδικαλιστικών εκπροσώπων, με τον Αρβανίτη να καλεί το κοινό να μελετήσει τα στοιχεία και τις προτεινόμενες πολιτικές παρεμβάσεις.
Ο ευρωβουλευτής αναφέρει ότι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνεχίζει τη δουλειά του ως σκιώδης εισηγητής για την πρόταση ψηφίσματος σχετικά με την εξάλειψη των θανάτων στην εργασία, τονίζοντας ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χειρότερες χώρες και όχι στις «τρεις καλύτερες».
Τέλος, σημειώνει ότι «Το πρόβλημα είναι βαθιά πολιτικό» και απορρίπτει το αφήγημα περί γραφειοκρατικής ευθύνης για το δυστύχημα στη Βιολάντα, κάνοντας λόγο για προσπάθεια μετατόπισης της συζήτησης από τις πολιτικές ευθύνες.
Στοιχεία της έρευνας
Η έρευνα του Δρ. Ανδρέα Στοϊμενίδη, Προέδρου του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (EU-OSHA), επιβεβαιώνει την εκτεταμένη υποκαταγραφή των θανάτων στην εργασία στην Ελλάδα, καταγράφοντας παράλληλα αύξηση των εργατικών δυστυχημάτων και νέο ανησυχητικό ρεκόρ απωλειών και σοβαρών τραυματισμών για το 2025.
Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στην εκδήλωση «Η Αξία της Ζωής στην Εργασία σε Ελλάδα & Ευρώπη», που διοργάνωσε η πολιτική ομάδα της Left στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 2025.
Σύμφωνα με την έρευνα, η επίσημη καταγραφή των αρχών αντιστοιχεί περίπου στο 30% των θανατηφόρων περιστατικών που μπορούν να εντοπιστούν, ενώ παραμένει άγνωστος ο πραγματικός αριθμός των σοβαρά τραυματισμένων εργαζομένων, πολλοί εκ των οποίων νοσηλεύονται σε μονάδες εντατικής θεραπείας και σε ορισμένες περιπτώσεις καταλήγουν, με τα αίτια θανάτου να δηλώνονται ως παθολογικά.
Η ανάλυση δείχνει ότι, με βάση τα στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ και ΟΣΕΤΕΕ για τα έτη 2022 και 2023, η αναλογία καταγραφής κυμαίνεται από 3/1 έως 3,5/1 υπέρ της ΟΣΕΤΕΕ, γεγονός που μεταφράζεται σε ποσοστό επίσημης καταγραφής μεταξύ 28,4% και 33,6%. Παράλληλα, διεθνείς μελέτες, όπως του EUROGIP, είχαν διαπιστώσει ήδη από το 2013 υποκαταγραφή μεταξύ 15% και 42%, ενώ η μεσοσταθμική εκτίμηση της έρευνας τοποθετεί πλέον την καταγραφή των εργατικών ατυχημάτων στο 15%-25%.
Επισημαίνεται ότι στις επίσημες καταγραφές δεν περιλαμβάνονται συγκεκριμένοι κλάδοι και κατηγορίες εργαζομένων, όπως ο αγροτικός, ο εξορυκτικός και ο ναυτικός τομέας, οι Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας, εργαζόμενοι με μπλοκάκι, ανασφάλιστοι, καθώς και όσοι τραυματίζονται ή σκοτώνονται κατά τη μετακίνηση προς και από την εργασία ή καταλήγουν μετά από νοσηλεία.
Η έρευνα αναδεικνύει επίσης τη μη καταγραφή των επαγγελματικών ασθενειών, με την Ελλάδα και την Πορτογαλία να αποτελούν τις μοναδικές χώρες που δεν συλλέγουν συστηματικά τέτοια δεδομένα. Στις επαγγελματικές νόσους περιλαμβάνονται καρκίνοι, αναπνευστικές παθήσεις, μυοσκελετικές διαταραχές, δερματικές και λοιμώδεις ασθένειες, απώλεια ακοής, καθώς και ψυχικές διαταραχές που συνδέονται με καρδιαγγειακά και αυτοάνοσα νοσήματα. Σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, 2.000 έως 2.500 άνθρωποι εκτιμάται ότι χάνουν ετησίως τη ζωή τους στην Ελλάδα από επαγγελματικές ασθένειες.
Η συστηματική υποκαταγραφή, σύμφωνα με τα συμπεράσματα, δημιουργεί ένα «πλασματικό success story» και λειτουργεί ως εμπόδιο στη λήψη νομοθετικών μέτρων για την αντιμετώπιση των εργατικών δυστυχημάτων, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πιέζει για τη δημιουργία αντικειμενικού συστήματος καταγραφής.
Η έρευνα καταλήγει ότι η αύξηση των εργατικών δυστυχημάτων αποτελεί πολιτικό και ιδεολογικό ζήτημα, συνδέοντας την κλιμάκωση με τις αλλαγές στη νομοθεσία για τον χρόνο εργασίας, τις αμοιβές και τις συνθήκες ασφάλειας, καθώς και με την εντατικοποίηση και ελαστικοποίηση της εργασίας.
Ο Δρ. Στοϊμενίδης υπογραμμίζει ότι κάθε απώλεια ζωής στην εργασία αποτελεί πλήγμα για τη Δημοκρατία και την κοινωνία, τονίζοντας την ανάγκη άμεσης δράσης και την αναβάθμιση της αξίας της ζωής στους χώρους εργασίας.
Δείτε ολόκληρη την έρευνα ΕΔΩ
















