Σοβαρές διαστάσεις λαμβάνει η υπόθεση κατασκοπείας που αποκαλύφθηκε το τελευταίο διάστημα και αφορά 54χρονο σμήναρχο της Πολεμικής Αεροπορίας, με τις έρευνες των Αρχών να φέρνουν στο φως νέα στοιχεία για τον τρόπο δράσης του και τη διαδρομή των απόρρητων πληροφοριών. Η υπόθεση ξεκίνησε έπειτα από πληροφορίες που διαβίβασε η CIA προς την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών πριν από περίπου τέσσερις μήνες, με παράλληλη ενημέρωση του ΓΕΕΘΑ.
Από τη στιγμή εκείνη, ενεργοποιήθηκαν μυστικές διαδικασίες διερεύνησης, οι οποίες οδήγησαν στην αποκάλυψη μιας υπόθεσης που σχετίζεται με διαρροή στρατιωτικών μυστικών σε ξένη δύναμη. Ο σμήναρχος φέρεται να είχε εξειδίκευση και πιστοποίηση του ΝΑΤΟ στις τηλεπικοινωνίες, γεγονός που του παρείχε πρόσβαση σε ιδιαίτερα ευαίσθητες πληροφορίες.
Στην προηγούμενη υπηρεσία του, τόσο σε γραφείο του Επιτελείου όσο και στη διοίκηση της 128 Σμηναρχίας Εκπαίδευσης Τηλεπικοινωνιών – Ηλεκτρονικών στο Καβούρι, ο αξιωματικός είχε πρόσβαση σε σχέδια, μέσα και προγράμματα ανάπτυξης υψηλής τεχνολογίας της Πολεμικής Αεροπορίας. Τα δεδομένα αυτά, σύμφωνα με τις έρευνες, αποτέλεσαν τον βασικό στόχο του Κινέζου «χειριστή» του.
Η πρώτη προσέγγιση του σμηνάρχου έγινε πριν από περίπου δύο χρόνια μέσω εφαρμογής επικοινωνίας στο Διαδίκτυο. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία, η στρατολόγηση ακολούθησε σταδιακή διαδικασία, με αρχικές αιτήσεις για πληροφορίες «συμβουλευτικού χαρακτήρα». Οι αμοιβές αυξάνονταν σταδιακά, δημιουργώντας, σύμφωνα με τις Αρχές, ένα πλαίσιο αυξανόμενων απαιτήσεων αλλά και πίεσης προς τον αξιωματικό.
Λίγο αργότερα, καταγράφηκε ταξίδι του σμηνάρχου στην Κίνα, όπου φέρεται να ήρθε σε άμεση επαφή με τον Κινέζο «στρατολόγο» του. Στη συνέχεια, ο «χειριστής» του επισκέφθηκε την Ελλάδα και του παρέδωσε, διά ζώσης, ειδική ηλεκτρονική συσκευή κρυπτογράφησης, η οποία χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά απόρρητων δεδομένων.
Σύμφωνα με την έρευνα, ο σμήναρχος φωτογράφιζε διαβαθμισμένα έγγραφα και πληροφορίες και τα προωθούσε μέσω της συγκεκριμένης συσκευής. Κατά την κατ’ οίκον έρευνα, η συσκευή κρυπτογράφησης κατασχέθηκε μαζί με άλλα ψηφιακά πειστήρια. Αν και διέθετε ειδικό λογισμικό, άφηνε ίχνη μέσω κωδικού QR, γεγονός που επέτρεψε στις Αρχές να εντοπίσουν τη δραστηριότητά του και τη μεταφορά κρίσιμων πληροφοριών προς το Πεκίνο.
Κατά την ανάκρισή του από στελέχη της ΕΥΠ, ο 54χρονος φέρεται να παραδέχθηκε ότι παρείχε τις πληροφορίες για οικονομικό όφελος. Όπως δήλωσε, είχε ζητήσει από τον «χειριστή» του οι πληρωμές να πραγματοποιούνται σε κινέζικα γουάν, με τη διαδρομή των χρημάτων να εντοπίζεται μέσω ψηφιακών ιχνών. Παράλληλα, έδωσε το όνομα του Κινέζου «στρατολόγου» του, αν και μέχρι στιγμής δεν έχει επιβεβαιωθεί αν πρόκειται για πραγματικά στοιχεία.
Η έρευνα των Αρχών επεκτείνεται και σε άλλα πρόσωπα, καθώς υπάρχουν ενδείξεις για δύο ακόμη άτομα που φέρονται είτε να συνεργάζονταν ήδη είτε να βρίσκονταν σε διαδικασία στρατολόγησης. Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις πληροφορίες, περιέγραψε με λεπτομέρειες τόσο τον τρόπο προσέγγισής του όσο και το υλικό που παρέδωσε.
Ο σμήναρχος είχε εξειδίκευση σε τομείς όπως τα δίκτυα και οι ροές πληροφορίας, η ανάπτυξη λογισμικού για ιπτάμενα ραντάρ και η διαχείριση σύνθετων IT συστημάτων. Επιπλέον, είχε αναλάβει καθήκοντα διαχείρισης μεγάλων προγραμμάτων και συμβάσεων επιχειρησιακού ενδιαφέροντος, ενώ διέθετε μεταπτυχιακές σπουδές σε αντικείμενα που συνδέονται με οπλικά συστήματα και σύγχρονη τεχνολογία.
Η επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε από την ΕΥΠ και το ΓΕΕΘΑ εντάσσεται σε ευρύτερη δράση «counter intelligence», η οποία διεξάγεται από το 2014, μετά την εισβολή στην Κριμαία. Στόχος είναι η εξάρθρωση δικτύων κατασκοπείας που δρουν υπέρ της Κίνας ή της Ρωσίας εις βάρος χωρών – μελών του ΝΑΤΟ. Ανάλογες επιχειρήσεις βρίσκονται σε εξέλιξη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Ο συλληφθείς σμήναρχος προσήχθη στο Αεροδικείο Αθηνών και τέθηκε υπό κράτηση έως την Τρίτη, οπότε και αναμένεται να απολογηθεί ενώπιον στρατιωτικού εισαγγελέα. Κατηγορείται για συλλογή και μετάδοση μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας σε τρίτους, με κίνδυνο πρόκλησης βλάβης στα εθνικά συμφέροντα.
















