Η υπόθεση του Τζέφρι Επστάιν επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο, αυτή τη φορά με μια εξέλιξη που προκαλεί πολιτικό σεισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Γκισλέιν Μάξγουελ, πρώην σύντροφος και καταδικασμένη συνεργός του χρηματομεσίτη, φέρεται να αλλάζει γραμμή άμυνας και να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να μιλήσει, υπό έναν όρο: να της δοθεί χάρη από τον Ντόναλντ Τραμπ.
Κατά τη διάρκεια ακροαματικής διαδικασίας σε Επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων, η 64χρονη Μάξγουελ αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση, επικαλούμενη το συνταγματικό της δικαίωμα στη σιωπή. Ο πρόεδρος της Επιτροπής, Τζέιμς Κόμερ, ανέφερε μετά το πέρας της συνεδρίασης ότι ο δικηγόρος της δήλωσε ξεκάθαρα πως η πελάτισσά του θα συνεργαζόταν με τη Δικαιοσύνη μόνο εφόσον λάμβανε προεδρική χάρη.
Η ακροαματική διαδικασία πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών, με τη Μάξγουελ να συμμετέχει μέσω βιντεοκλήσης από φυλακή του Τέξας, όπου εκτίει ποινή κάθειρξης 20 ετών. Όπως είχε προαναγγελθεί, οι συνήγοροί της είχαν ενημερώσει την Επιτροπή ότι η κατηγορούμενη θα επικαλεστεί την Πέμπτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, ώστε να αποφύγει την αυτοενοχοποίηση.
Στην προκαταρκτική του τοποθέτηση, ο δικηγόρος της Μάξγουελ υποστήριξε ότι «δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ και οι Κλίντον είναι ένοχοι για οποιοδήποτε αδίκημα», μια δήλωση που προκάλεσε έντονη συζήτηση στους πολιτικούς κύκλους της Ουάσινγκτον. Ο Τζέιμς Κόμερ χαρακτήρισε «απογοητευτική» τη στάση της Μάξγουελ, σημειώνοντας ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το αίτημα για ποινική ασυλία που είχε τεθεί ως προϋπόθεση για την κατάθεσή της.
Η συνεδρίαση έγινε σε μια περίοδο έντονης αναταραχής, μετά τη δημοσιοποίηση, στα τέλη Ιανουαρίου, τεράστιου όγκου υλικού από το αρχείο Επστάιν. Εκατομμύρια σελίδες, βίντεο και φωτογραφίες είδαν το φως της δημοσιότητας, φέρνοντας σε δύσκολη θέση πολιτικούς, επιχειρηματίες και δημόσια πρόσωπα σε όλο τον κόσμο. Παρά το μέγεθος του υλικού, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης υποστηρίζει ότι δεν περιλαμβάνονται νέα στοιχεία ικανά να οδηγήσουν σε συμπληρωματικές διώξεις.
Ωστόσο, η απλή αναφορά ενός ονόματος στους φακέλους δεν σημαίνει αυτομάτως εμπλοκή σε αξιόποινη πράξη. Παρ’ όλα αυτά, η αποκάλυψη παλαιών σχέσεων με τον Επστάιν έχει προκαλέσει ανησυχία σε πολλές προσωπικότητες, λόγω του πολιτικού και κοινωνικού κόστους που μπορεί να επιφέρει.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι η ίδια Επιτροπή έχει καλέσει σε ξεχωριστές ακροάσεις τον Μπιλ Κλίντον και τη Χίλαρι Κλίντον. Το ζευγάρι έχει ζητήσει οι συνεδριάσεις να είναι δημόσιες, εκφράζοντας φόβους ότι διαφορετικά οι καταθέσεις τους θα μπορούσαν να «εργαλειοποιηθούν» πολιτικά.
Η Μάξγουελ, σύμφωνα με προηγούμενες τοποθετήσεις της, έχει υποστηρίξει ότι ο Επστάιν δεν διατηρούσε καμία «λίστα πελατών» και ότι η ίδια δεν γνώριζε αν είχε εκβιάσει ισχυρά πρόσωπα. Σε απομαγνητοφωνημένη κατάθεσή της, που δόθηκε στη δημοσιότητα το καλοκαίρι, είχε επίσης δηλώσει πως δεν πιστεύει ότι ο πρώην σύντροφός της αυτοκτόνησε στη φυλακή το 2019, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε εικασίες για τα αίτια του θανάτου του.
Στο παρασκήνιο, έντονες αντιδράσεις είχαν προκληθεί και από τη μεταγωγή της Μάξγουελ σε φυλακή χαμηλότερης ασφαλείας, μετά από ανάκριση που της είχε κάνει πρώην προσωπικός δικηγόρος του Τραμπ. Τα θύματα του Επστάιν και οι οικογένειές τους εξέφρασαν τότε την οργή τους, θεωρώντας ότι η μεταχείριση αυτή στέλνει λάθος μήνυμα.
Το ενδεχόμενο προεδρικής χάρης, ωστόσο, αλλάζει τα δεδομένα. Αν η Μάξγουελ τελικά μιλήσει, οι αποκαλύψεις της θα μπορούσαν να επηρεάσουν πρόσωπα, θεσμούς και πολιτικές ισορροπίες, επαναφέροντας την υπόθεση Επστάιν στο επίκεντρο με τρόπο που κανείς δεν μπορεί ακόμη να προβλέψει.
















