Οι αρχές εξετάζουν χιλιάδες έγγραφα και νέες καταθέσεις για να αποδοθούν ευθύνες, ενώ στο φως έρχονται παλιές υποθέσεις παράνομης διακίνησης υγραερίου.
Οι αρχές εξετάζουν εξονυχιστικά τους κατασχεμένους τόμους εγγράφων από το εργοστάσιο «Βιολάντα», με στόχο να συνθέσουν πλήρως την εικόνα και να αποδώσουν ευθύνες για την έκρηξη που στοίχισε τη ζωή σε πέντε εργαζόμενες. Κλιμάκιο της ΔΑΕΕ έφτασε το βράδυ της Τετάρτης στα Τρίκαλα και σήμερα (12.02.2026) αναμένεται να λάβει νέες καταθέσεις, κυρίως τεχνικού χαρακτήρα, ώστε να διευκρινιστούν όλα τα κρίσιμα σημεία της υπόθεσης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, θα καταθέσουν μηχανολόγοι, εγκαταστάτες και υπεύθυνοι εταιρειών που είχαν πιστοποιήσει τη λειτουργία των δεξαμενών προπανίου και των σωληνώσεων. Από την έρευνα έχουν ήδη εντοπιστεί παραλείψεις και παρατυπίες τόσο στις δεξαμενές όσο και στα μέτρα ασφαλείας που θα μπορούσαν να έχουν προβλέψει τη διαρροή προπανίου, η οποία προκάλεσε την έκρηξη.
Παράλληλα, ο ιδιοκτήτης της «Βιολάντα» φέρεται να υπέδειξε μηχανολόγο ως υπεύθυνο για την εγκατάσταση των δύο υπέργειων δεξαμενών και των σωληνώσεων, ωστόσο ο ίδιος αρνείται ότι ανέλαβε το έργο, υποστηρίζοντας πως την περίοδο των εργασιών βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη και όχι στα Τρίκαλα.
Οι αρχές επικεντρώνονται στους εμπλεκόμενους επαγγελματίες, αξιοποιώντας τους πέντε τόμους εγγράφων που κατασχέθηκαν από την εταιρεία, προκειμένου να διαπιστωθούν οι ευθύνες και οι συνθήκες υπό τις οποίες λειτουργούσε το σύστημα υγραερίου.
Έλεγχος για παράνομη διακίνηση υγραερίου
Σύμφωνα με πληροφορίες του ΑΝΤ1, ο ιδιοκτήτης της «Βιολάντα» είχε ελεγχθεί στο παρελθόν για παράνομη διακίνηση βιομηχανικού υγραερίου. Η γενική διεύθυνση τελωνείων και ΕΦΛ του τελωνείου Λάρισας είχε οδηγήσει πέντε άτομα, μεταξύ των οποίων και τον ίδιο, στη Δικαιοσύνη για τιμολόγια αγοράς 7 τόνων υγραερίου που εμφανίζονταν ως βιομηχανικό αλλά διατέθηκαν σε πρατήρια της Θεσσαλίας και της Στερεάς Ελλάδας.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, οι υπεύθυνοι της «Βιολάντα» και άλλης εταιρείας του ομίλου δήλωναν αγορά βιομηχανικού υγραερίου, το οποίο τελικά διοχετευόταν σε πρατήρια, αποκομίζοντας τη φορολογική διαφορά, περίπου 360 ευρώ ανά τόνο. Η εταιρεία φέρεται να συμμορφώθηκε και να κατέβαλε τα προβλεπόμενα πρόστιμα.
















