Αρβανίτης: Όχι στο εργασιακό νομοσχέδιο – Όχι στην κοροϊδία

 

Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους τοποθετείται ο Κώστας Αρβανίτης σχετικά με το προωθούμενο σχέδιο νόμου για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, κάνοντας λόγο για μια πολιτική επιλογή που, όπως υποστηρίζει, δεν ενισχύει αλλά αποδυναμώνει περαιτέρω το ήδη επιβαρυμένο εργασιακό τοπίο.

Ο Αντιπρόεδρος της The Left στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ τονίζει ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως «ενίσχυση» ένα θεσμικό πλαίσιο που, κατά την εκτίμησή του, παγιώνει την απορρύθμιση και απομακρύνει τη χώρα από τον ευρωπαϊκό στόχο κάλυψης του 80% των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις.

Στη δήλωσή του, επισημαίνει τα χαμηλά ποσοστά κάλυψης στην Ελλάδα, την πίεση στους μισθούς και τη διεύρυνση των ανισοτήτων, υποστηρίζοντας ότι απαιτείται ουσιαστική επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και πλήρης θεσμική θωράκιση της εργασίας.,

Αναλυτικά όσα αναφέρει στη δήλωσή του:

Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως «ενίσχυση» των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ένα σχέδιο νόμου που στην πραγματικότητα παγιώνει τη θεσμική αποδυνάμωση της εργασίας.

Τα στοιχεία είναι αδιάψευστα: η Ευρωπαϊκή Οδηγία θέτει ως στόχο την κάλυψη του 80% των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις. Στην Ελλάδα, η κάλυψη δεν ξεπερνά το 24%, κατατάσσοντας τη χώρα στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ.

Την ίδια στιγμή, σχεδόν 3 στους 10 μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα (28,27%) αμείβονται κάτω ή οριακά γύρω από τον κατώτατο μισθό των 880 ευρώ μικτά ενώ η Ελλάδα παραμένει προτελευταία σε μέσο μισθό στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ο δείκτης φτώχειας αγγίζει το 26%.

Παράλληλα, το μερίδιο του κεφαλαίου στο ΑΕΠ αυξήθηκε από 45% σε 50%, ενώ το μερίδιο της εργασίας υποχώρησε από 40% σε 35%. Η αναπτυξιακή πολιτική της κυβέρνησης διευρύνει τις ανισότητες αντί να τις μειώνει.

Το προωθούμενο πλαίσιο:

  • Δεν επαναφέρει την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Στερεί από αυτήν, τη ρύθμιση των κατώτατων μισθών.
  • Δεν αποκαθιστά τη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία (ΟΜΕΔ), παρά τη σχετική νομολογία των ανώτατων δικαστηρίων.
  • Παραπέμπει τον έλεγχο αρμοδιότητας και νομιμότητας σε επιτροπή, με συνέπεια την πρόκληση καθυστερήσεων και την έγερση αμφισβητήσεων στη διαδικασία κατάρτισης κάθε είδους Συλλογικής Σύμβασης.
  • Διατηρεί την προϋπόθεση «έκθεσης ανταγωνιστικότητας» για την επέκταση των ΣΣΕ.
  • Περιορίζει τη μετενέργεια στους τρεις μήνες, όταν πριν τα μνημόνια ήταν εξάμηνη.

Σε ένα ήδη απορυθμισμένο εργατικό τοπίο, οι ρυθμίσεις αυτές δημιουργούν σοβαρό κίνδυνο καθυστερήσεων στην υπογραφή νέων Συλλογικών Συμβάσεων και ενίσχυσης των ατομικών συμβάσεων με δυσμενέστερους όρους.

Επιπλέον, η δυνατότητα παρέμβασης της ΓΣΕΕ για λογαριασμό κλαδικών οργανώσεων εγείρει ζητήματα συλλογικής αυτονομίας και ισορροπίας στο συνδικαλιστικό πεδίο.

Αυτό που έχουμε μπροστά μας δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι μια συνειδητή επιλογή υπέρ της απορρύθμισης της εργασίας. Δεν ενισχύει τις Συλλογικές Συμβάσεις, δεν ενδυναμώνει τις διαπραγματεύσεις, δεν προστατεύει τους εργαζόμενους.

Η χώρα χρειάζεται:

  • Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις
  • Εφαρμογή της συνταγματικής υποχρέωσης για διαιτησία
  • Πραγματική διεύρυνση της κάλυψης από Συλλογικές Συμβάσεις.
  • Επαναφορά της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.
  • Πλήρη κατοχύρωση της συνδικαλιστικής ελευθερίας.
  • Ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών εφαρμογής.

Η εργασία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «κόστος».
Αποτελεί θεμέλιο κοινωνικής συνοχής, ευημερίας, δημοκρατίας και αξιοπρέπειας.