Αντιμέτωπος ακόμη και με ισόβια είναι ο έκπτωτος πρίγκιπας Άντριου που συνελήφθη σήμερα Πέμπτη (19.02.2026) στο σπίτι του στο κτήμα Σάντρινγκχαμ στη σκιά του σκανδάλου Επστάιν.
Σε μια εξέλιξη χωρίς προηγούμενο για τη σύγχρονη ιστορία της βασιλικής οικογένειας της Βρετανίας, αστυνομικοί της υπηρεσίας Thames Valley προχώρησαν το πρωί της Πέμπτης στη σύλληψη του Άντριου Μαουντμπάτεν – Γουίνδσορ στο κτήμα Σάντρινγκχαμ, υπό τη σκιά των διασυνδέσεών του με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα Τζέφρι Επστάιν που πέθανε στο κελί του το 2019.
Ο Άντριου συνελήφθη περίπου στις 08:00 τοπική ώρα. Το κτήμα Σάντρινγκχαμ, καθώς και η πρώην κατοικία του στο Γουίνδσορ, συνεχίζουν να ερευνώνται από την αστυνομία.
Γιατί συνελήφθη
Ο 66χρονος συνελήφθη με την υποψία «ανάρμοστης συμπεριφοράς σε δημόσιο αξίωμα» (misconduct in public office), αδίκημα που, κατά πληροφορίες, συνδέεται με καταγγελίες ότι ενδέχεται να διαβίβασε ευαίσθητες πληροφορίες στον Επστάιν κατά τη θητεία του ως ειδικός απεσταλμένος εμπορίου του Ηνωμένου Βασιλείου. Παράλληλα, οι αρχές εξετάζουν ισχυρισμούς περί διακίνησης μιας γυναίκας στο Ηνωμένο Βασίλειο για σεξουαλική συνάντηση μαζί του, καθώς και πιθανή ανταλλαγή εμπιστευτικών στοιχείων.
Σε ανακοίνωσή της, η Αστυνομία της Thames Valley επιβεβαίωσε ότι «συνελήφθη άνδρας περίπου 60 ετών από το Νόρφολκ για υποψία ανάρμοστης συμπεριφοράς σε δημόσιο αξίωμα» και ότι διενεργούνται έρευνες σε διευθύνσεις στο Μπέρκσαϊρ, όπου βρίσκεται το Κάστρο του Γουίνδσορ, και στο Νόρφολκ, όπου ο Άντριου διαμένει σε κατοικία εντός βασιλικού κτήματος.
Οι αρχές δεν κατονόμασαν τον συλληφθέντα, επικαλούμενες εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες, ενώ δεν έδωσαν επιπρόσθετες λεπτομέρειες για τη σύλληψη.
Η σύλληψη, που πραγματοποιήθηκε ανήμερα των 66ων γενεθλίων του.
Η πρόσφατη δημοσιοποίηση από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης εκατομμυρίων εγγράφων και ηλεκτρονικών μηνυμάτων που σχετίζονται με την υπόθεση Επστάιν έφερε στο φως νέα στοιχεία για τη σχέση του καταδικασμένου χρηματιστή με τον πρώην πρίγκιπα, ο οποίος ήταν όγδοος στη σειρά διαδοχής του βρετανικού θρόνου.
Η σύλληψή του δεν σχετίζεται με κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης, αλλά με τον ρόλο του ως εμπορικού απεσταλμένου της βρετανικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τα emails που αποκαλύφθηκαν, φέρεται να είχε αποστείλει εμπιστευτικές κυβερνητικές αναφορές στον Επστάιν κατά τη διάρκεια της θητείας του. Ο Μαουντμπάτεν-Γουίνδσορ παραιτήθηκε από τη θέση αυτή το 2011. Η αστυνομία είχε ανακοινώσει την προηγούμενη εβδομάδα ότι εξετάζει κατά πόσον παραβιάστηκαν οι νόμοι που διέπουν τη συμπεριφορά σε δημόσιο αξίωμα.
Ο Άντριου δεν έχει σχολιάσει δημοσίως το περιεχόμενο των emails.
Τα έγγραφα αποκαλύπτουν επίσης περιστατικά κατά τα οποία ο Επστάιν φέρεται να οργάνωσε συναντήσεις του Μαουντμπάτεν-Γουίνδσορ με νεαρές γυναίκες, ακόμη και στο Παλάτι του Μπάκιγχαμ. Παράλληλα, προκύπτει ότι οι δύο άνδρες διατηρούσαν επαφή μέσω στενού συνεργάτη του Επστάιν μέχρι περίπου έναν χρόνο πριν από τον θάνατο του τελευταίου το 2019. Στο παρελθόν, ο Μαουντμπάτεν-Γουίνδσορ είχε δηλώσει ότι διέκοψε κάθε επαφή με τον Επστάιν στα τέλη του 2010.
Η διαδικασία κράτησης και τα επόμενα βήματα
Μετά τη σύλληψη, ο Άντριου τέθηκε υπό αστυνομική κράτηση. Σύμφωνα με τη βρετανική νομοθεσία, μπορεί να παραμείνει κρατούμενος χωρίς απαγγελία κατηγορίας έως 24 ώρες, με δυνατότητα παράτασης έως 96 ώρες κατόπιν δικαστικής έγκρισης. Στη συνέχεια, οι αρχές οφείλουν είτε να του απαγγείλουν κατηγορίες είτε να τον αφήσουν ελεύθερο, ενδεχομένως με περιοριστικούς όρους.
Κατά τη διάρκεια της κράτησης, ο συλληφθείς έχει δικαίωμα νομικής εκπροσώπησης και σιωπής. Σε περίπτωση ανάκρισης, οποιαδήποτε δήλωσή του μπορεί να διαβιβαστεί στην Εισαγγελική Υπηρεσία του Στέμματος (CPS), η οποία και θα αποφασίσει εάν θα ασκηθεί δίωξη.
Το αδίκημα της «ανάρμοστης συμπεριφοράς σε δημόσιο αξίωμα» θεωρείται από τα σοβαρότερα στο βρετανικό δίκαιο και επισύρει ποινή έως και ισόβια κάθειρξη. Για να επιτευχθεί καταδίκη, η εισαγγελία οφείλει να αποδείξει ότι ο δημόσιος λειτουργός, ενεργώντας υπό την επίσημη ιδιότητά του, παρέλειψε εκ προθέσεως το καθήκον του ή συμπεριφέρθηκε με τρόπο που έπληξε καίρια την εμπιστοσύνη του κοινού στο αξίωμά του. Το κατώφλι απόδειξης είναι ιδιαίτερα υψηλό και η υπόθεση, εφόσον ασκηθεί δίωξη, θα εκδικαστεί αποκλειστικά σε Crown Court.
Ο βασιλιάς Κάρολος δήλωσε ότι πληροφορήθηκε τις εξελίξεις «με τη βαθύτερη ανησυχία» και υπογράμμισε πως «ο νόμος πρέπει να εφαρμοστεί».
Το Παλάτι διευκρίνισε ότι ούτε ο μονάρχης ούτε το Μπάκιγχαμ είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για τη σύλληψη.



















