Με θετικά σχόλια για τη συνολική δομή και τη διαβάθμιση δυσκολίας ολοκληρώθηκε σήμερα, (3/6) η εξέταση των υποψηφίων των Ανθρωπιστικών Σπουδών στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών Προσανατολισμού στις Πανελλαδικές Εξετάσεις 2026.
Ωστόσο, μετά τη δημοσιοποίηση των ενδεικτικών απαντήσεων, το protothema.gr αναδεικνύει σε αποκλειστικότητα προβληματισμό, που διατυπώνεται από ομάδα φιλολόγων σχετικά με μία από τις ερωτήσεις κατανόησης του αδίδακτου κειμένου.
Σύμφωνα, μάλιστα, με ασφαλείς εκπαιδευτικές πηγές, αναμένεται να ληφθούν υπόψη κατά τη βαθμολόγηση των γραπτών.
Εκτιμάται, δηλαδή, πως θα γίνουν δεκτές οι τεκμηριωμένες απαντήσεις, που αξιοποιούν διαφορετικά επιχειρήματα από το σύνολο του αποσπάσματος, εφόσον αποδίδουν ορθά το νόημα και τη λογική της απολογίας του Λυσία.
Πιο αναλυτικά, το φετινό αδίδακτο κείμενο προερχόταν από την «Περὶ τοῦ Σηκοῦ Ἀπολογία» του Λυσία και αφορούσε την υπεράσπιση πολίτη που κατηγορείται για την κοπή ιερής ελιάς, αδίκημα με ιδιαίτερη βαρύτητα στην αρχαία αθηναϊκή κοινωνία. Όπως αξιολογήθηκε από έμπειρους εκπαιδευτικούς, το κείμενο ήταν προσιτό ως προς τη μετάφραση και δεν παρουσίαζε ιδιαίτερες γλωσσικές δυσκολίες, ενώ οι γραμματικές και συντακτικές ασκήσεις κινήθηκαν εντός των αναμενόμενων πλαισίων.
Εκεί όπου εντοπίζεται η συζήτηση είναι στην ερώτηση κατανόησης, που ζητούσε από τους υποψηφίους να αναδείξουν την επιχειρηματολογία του κατηγορούμενου υπέρ της αθωότητάς του. Οι προτεινόμενες λύσεις εστιάζουν σε συγκεκριμένο σημείο του κειμένου.
Ωστόσο, σύμφωνα με τους φιλολόγους Καλλιόπη Βέβα, Βασιλική Επισκόπου, Σπαρτη Ματζουράκη και Ηλία Χαϊντούτη, η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα μόνο χωρίο, καθώς το ζητούμενο αφορούσε συνολικά την επιχειρηματολογική ανάπτυξη του λόγου.
Όπως επισημαίνουν, η εκφώνηση δεν παρέπεμπε σε συγκεκριμένο απόσπασμα, γεγονός που επιτρέπει την αξιοποίηση περισσότερων στοιχείων από το σύνολο του κειμένου. Κατά την άποψή τους, η πλήρης τεκμηρίωση της αθωότητας του κατηγορουμένου αναπτύσσεται μέσα από τρεις βασικούς άξονες επιχειρημάτων.
Ειδικότερα, η επιχειρηματολογία για την αθωότητά του κατηγορούμενου αναπτύσσεται ως εξής:
Πρώτον, προβάλλεται ένα ηθικό επιχείρημα. Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι ακόμη και σε περιόδους όπου η ανομία θα μπορούσε να ευνοήσει παραβατικές συμπεριφορές, όπως επί των τριάκοντα, ο ίδιος δεν έδωσε ποτέ αφορμή να κατηγορηθεί για κάποια αξιόποινη πράξη, στοιχείο που ενισχύει την αξιοπιστία και το ήθος του (ουδέν κακόν ποιήσας φανήσομαι).
Δεύτερον, αναπτύσσεται ένα χωροταξικό επιχείρημα, το οποίο συνδέεται με τα πραγματικά δεδομένα του χώρου. Ο απολογούμενος περιγράφει ένα κτήμα χωρίς δέντρα, με περίβολο ελιάς, περιμετρικό δρόμο, γειτονικές κατοικίες και πλήρη ορατότητα. Σύμφωνα με τη συλλογιστική του, οι συγκεκριμένες συνθήκες καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την τέλεση μιας τέτοιας πράξης χωρίς να γίνει αντιληπτός.
Όπως σημειώνει η ομάδα φιλολόγων, «υπάρχει το τοπικό/χωροταξικό επιχείρημα, που αναφέρεται στην τοποθεσία, όπου δεν υπήρχε κανένα δέντρο (δένδρον ουδέ εν) αλλά υπήρχε ένας περίβολος ελιάς (μιάς δε ελάας σηκός), που υπήρχε γύρω γύρω δρόμος (κύκλόθεν οδός) και περιμετρικά κατοικούσαν γείτονες (γείτονες) και το κτήμα ήταν απερίφρακτο (άερκτον) και ορατό από παντού (κάτοπτόν), στοιχεία που αποτελούν εμπόδιο για ένα τέτοιο εγχείρημα».
Τρίτον, αμφισβητείται η αξιοπιστία του κατηγόρου ως αυτόπτη μάρτυρα. Όπως υπογραμμίζεται στο κείμενο, ο κατήγορος δεν καλλιεργούσε γειτονική έκταση, δεν είχε θεσμικό ρόλο εποπτείας και δεν διέθετε, κατά τον ισχυρισμό του απολογουμένου, την απαραίτητη γνώση και εμπειρία για ζητήματα που σχετίζονταν με τις ιερές ελιές.
Σχετικά με το ‘ποιόν του κατηγόρου’, οι συγκεκριμένοι φιλόλογοι επισημαίνουν ότι «δεν καλλιεργεί κοντά στο κτήμα (ούτε γεωργών εγγύς τυγχάνει), δεν έχει οριστεί ως επόπτης (ούτ’επιμελητής ηρημένος), δεν είναι στην κατάλληλη ηλικία για να έχει γνώση για τα ζητήματα σχετικά με τις ιερές ελιές (ουθ’ηλικίαν έχων ειδέναι), άρα δεν ήταν εφικτό να είναι αυτόπτης μάρτυρας στον αφανισμό της ελιάς και επομένως να τον κατηγορήσει γι’αυτό».
Ως εκ τούτου, τίθεται υπό αμφισβήτηση η δυνατότητά του να γνωρίζει με βεβαιότητα τα περιστατικά που επικαλείται.
Με βάση τις ανωτέρω ενστάσεις, η αξιολόγηση των γραπτών αναμένεται να κινηθεί με τρόπο που θα αναγνωρίζει την ουσία της επιχειρηματολογίας των μαθητών και όχι αποκλειστικά την αναφορά σε ένα μεμονωμένο σημείο του κειμένου.
Όπως προκύπτει, η ισορροπία ανάμεσα στις ενδεικτικές λύσεις και στις πολλαπλές επιστημονικά τεκμηριωμένες προσεγγίσεις που μπορεί να αναδείξει ένα κείμενο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, είναι λεπτή.
Σε κάθε περίπτωση, πέρα από τον προβληματισμό που διατυπώθηκε, η γενική εικόνα που μεταφέρουν εκπαιδευτικοί και υποψήφιοι είναι ότι τα φετινά θέματα στα Αρχαία Ελληνικά ήταν μεν σαφή αλλά απευθύνονταν σε καλά προετοιμασμένους μαθητές ενώ οι ενδεικτικές απαντήσεις της Επιτροπής «θα μπορούσαν να είναι πιο διευρυμένες», όπως αναφέρουν.
Όπως υπογραμμίζεται, το άγνωστο κείμενο ήταν απαιτητικό ως προς το λεξιλόγιο ενώ χρειαζόταν ιδιαίτερη προσοχή στις πληροφορίες, που παρείχε το εισαγωγικό σημείωμα.
Επιπλέον, η νοηματική ερώτηση, που αφορά το άγνωστο κείμενο αναφερόταν σε όλο το κείμενο, γεγονός που σημαίνει, πως ο υποψήφιος θα έπρεπε να έχει κατανοήσει πλήρως το νόημα, για να το αποδώσει την επιχειρηματολογία, που ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο.
Αξίζει, επίσης, να αναδειχθεί το γεγονός ότι το θέμα αφορούσε σε ύλη, που οι μαθητές είχαν διδαχθεί στη Β’ λυκείου.


















