Η δολοφονία της Αναστασίας Μπερεζόφσκαγια, η οποία θεωρείται ύποπτη για την απόπειρα δολοφονίας του επιχειρηματία Βαντίμ Ερμολάεφ στο Μονακό, εξακολουθεί να προκαλεί σοβαρά ερωτήματα, καθώς η επίσημη εκδοχή των ουκρανικών αρχών εμφανίζει, σύμφωνα με αναλύσεις, αρκετές αντιφάσεις. Παράλληλα, η υπόθεση ενδέχεται να αποκτήσει και πολιτικές διαστάσεις, ανάλογα με τα ευρήματα της έρευνας.
Τα ερωτήματα γύρω από τις τραπεζικές μεταφορές
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της αστυνομίας, ένας αξιωματικός της Κύριας Διεύθυνσης Πληροφοριών της Ουκρανίας (GUR) και ένας πρώην αξιωματούχος των υπηρεσιών επιβολής του νόμου φέρονται να έστελναν χρήματα στην Αναστασία Μπερεζόφσκαγια μέσω τραπεζικών εμβασμάτων. Το στοιχείο αυτό θεωρείται ιδιαίτερα προβληματικό, καθώς τέτοιες συναλλαγές μπορούν να εντοπιστούν εύκολα από τις διωκτικές αρχές.
Μετά την ταυτοποίηση της φερόμενης ως δράστιδας, ο εντοπισμός όσων της είχαν αποστείλει χρήματα φαίνεται πως ήταν μια σχετικά απλή διαδικασία, κάτι που, σύμφωνα με το δελτίο Τύπου της αστυνομίας, πράγματι συνέβη. Το γεγονός αυτό δημιουργεί δύο πιθανά σενάρια: είτε οι εμπλεκόμενοι ενεργούσαν θεωρώντας ότι προστατεύονταν από τις Αρχές και επομένως δεν φοβούνταν ότι θα αποκαλυφθούν, είτε οι καταθέσεις τους δεν ανταποκρίνονται στους πραγματικούς διοργανωτές ή διαμεσολαβητές της απόπειρας δολοφονίας του Βαντίμ Ερμολάεφ.
Γιατί επέστρεψε στην Ουκρανία
Ένα ακόμη σημείο που προκαλεί ερωτήματα είναι η απόφαση της Μπερεζόφσκαγια να επιστρέψει στην Ουκρανία αντί να παραμείνει στην Ευρώπη, παρότι ήταν αναμενόμενο ότι, μόλις αποκαλυπτόταν η ταυτότητά της, οι Αρχές θα ξεκινούσαν άμεσα την αναζήτησή της και στην ουκρανική επικράτεια.
Σύμφωνα με την αστυνομία, η Μπερεζόφσκαγια πέρασε τα σύνορα την 1η Ιουλίου, ενώ στις 3 Ιουλίου εκδόθηκε διεθνές ένταλμα αναζήτησής της μέσω της Ιντερπόλ. Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι είχε λάβει διαβεβαιώσεις ασφαλείας από όσους της είχαν αναθέσει την αποστολή, ενδεχομένως με την υπόσχεση ότι θα της εξασφάλιζαν νέα έγγραφα ταυτότητας.
Μια δεύτερη εκδοχή είναι ότι πίστευε πως ενεργούσε κατ’ εντολή του ουκρανικού κράτους για την εξόντωση ενός «εχθρού της Ουκρανίας» και, ως εκ τούτου, ανέμενε υποστήριξη από τις ουκρανικές υπηρεσίες πληροφοριών μετά την επιστροφή της. Εφόσον ισχύει αυτό το σενάριο, προκύπτει το ερώτημα εάν ο αξιωματικός της GUR ή κάποιος άλλος σύνδεσμος ενήργησε με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν ανώτερων εντολών.
Το ζήτημα των φερόμενων εντολέων
Ένα τρίτο ερώτημα αφορά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομίας, ο αξιωματικός της GUR που συνεργάστηκε με τις Αρχές, περιέγραψε λεπτομερώς τη δολοφονία της Μπερεζόφσκαγια και υπέδειξε ακόμη και το σημείο όπου είχε ταφεί. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί στοιχεία σχετικά με τους φερόμενους εντολείς της απόπειρας δολοφονίας του Ερμολάεφ, παρότι εκτιμάται ότι οι συλληφθέντες ή οι εκπρόσωποί τους θα είχαν έρθει σε επαφή μαζί τους.
Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι η αστυνομία δεν επιθυμεί ακόμη να αποκαλύψει το σύνολο των πληροφοριών που διαθέτει, καθώς συνεχίζονται οι ανακριτικές ενέργειες. Ωστόσο, ακόμη και αν προέκυπταν ενδείξεις εμπλοκής κρατικών αξιωματούχων, θεωρείται απίθανο να ακολουθηθεί αυτή η κατεύθυνση. Αντίθετα, εκτιμάται ότι οι συλληφθέντες ενδέχεται να αποδώσουν την ευθύνη σε επιχειρηματικούς ανταγωνιστές του Ερμολάεφ ή σε πρόσωπα που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα.
Προς αυτή την κατεύθυνση θεωρείται ότι κινείται και η επίσημη ανακοίνωση της αστυνομίας, σύμφωνα με την οποία ο αξιωματικός της GUR υποστήριξε πως ενήργησε με δική του πρωτοβουλία και όχι κατόπιν εντολής της υπηρεσίας του.
Πιθανές πολιτικές συνέπειες στην Ουκρανία
Η υπόθεση ενδέχεται να αποκτήσει και πολιτική διάσταση στην Ουκρανία, εφόσον προκύψουν στοιχεία που να συνδέουν τους συλληφθέντες με σημερινούς κυβερνητικούς αξιωματούχους ή στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο εκτιμάται ότι θα αξιοποιηθεί από πολιτικούς αντιπάλους στο πεδίο της δημόσιας αντιπαράθεσης.
Ήδη διατυπώνονται εκτιμήσεις ότι ενδέχεται να βρεθεί στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης ο πρώην επικεφαλής της GUR, Κίριλο Μπουντάνοφ. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν τον ίδιο με τον συλληφθέντα αξιωματικό. Παρ’ όλα αυτά, επικριτές της σημερινής ηγεσίας του Γραφείου του προέδρου ενδέχεται να θέσουν ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία της πρώην υπηρεσίας του και για τους λόγους που αξιωματικοί της φέρονται να εμπλέκονται σε απόπειρες δολοφονίας και στη δολοφονία σημαντικών μαρτύρων.
Παρά τις επίσημες ανακοινώσεις των Αρχών, η υπόθεση εξακολουθεί να εγείρει σημαντικά ερωτήματα, ενώ αρκετές πτυχές της παραμένουν αναπάντητες καθώς οι έρευνες συνεχίζονται.
Πώς εξελίχθηκε η υπόθεση της Αναστασίας Μπερεζόφσκαγια
Σύμφωνα με την ουκρανική αστυνομία, η Αναστασία Μπερεζόφσκαγια εισήλθε στην Ουκρανία την 1η Ιουλίου. Υπενθυμίζεται ότι η απόπειρα δολοφονίας στο Μονακό πραγματοποιήθηκε το βράδυ της 29ης Ιουνίου, ενώ η Interpol εξέδωσε διεθνές σήμα αναζήτησής της στις 3 Ιουλίου.
Γυναίκα από την Ουκρανία θεωρείται ύποπτη για την απόπειρα ανθρωποκτονίας εις βάρος του Ουκρανού επιχειρηματία στο Μονακό
Η σορός της εντοπίστηκε αργά το βράδυ της 6ης Ιουλίου και έφερε τραύματα από πυροβολισμούς στο κεφάλι.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο αξιωματικός της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών ομολόγησε τη συμμετοχή του στη δολοφονία μαζί με τον δεύτερο συλληφθέντα. Κατά τον Ουκρανό βουλευτή Ολέξι Γκοντσαρένκο, το επώνυμο του αξιωματικού είναι Ρεούτ. Πηγές της «Strana» αναφέρουν ότι υπηρετούσε στο 9ο Τμήμα της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών, το οποίο ειδικεύεται στις επιχειρήσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Η αστυνομία ανακοίνωσε ακόμη ότι κατά την παραμονή της στην Ουκρανία η Μπερεζόφσκαγια διατηρούσε επαφές με την οικογένειά της και με τους δύο άνδρες που συνελήφθησαν. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ο αξιωματικός της GUR της είχε αποστείλει επανειλημμένα χρήματα τόσο σε τραπεζικό λογαριασμό όσο και σε πορτοφόλι κρυπτονομισμάτων.
Το κόστος της επίθεσης στο Μονακό
Κατά την έρευνα στο σπίτι του πρώην στελέχους των αρχών επιβολής του νόμου εντοπίστηκε υπόγειος χώρος που, σύμφωνα με την αστυνομία, έμοιαζε με δωμάτιο βασανιστηρίων.
Παράλληλα, πηγές της «Strana» στις ουκρανικές αρχές επιβολής του νόμου, επικαλούμενες τις καταθέσεις των συλληφθέντων, αναφέρουν ότι η απόπειρα δολοφονίας του Βαντίμ Ερμολάεφ κόστισε στους εντολείς της 150.000 δολάρια.
Από το ποσό αυτό, η Αναστασία Μπερεζόφσκαγια φέρεται να έλαβε 8.000 δολάρια, ενώ ακόμη 5.000 δολάρια διατέθηκαν για έξοδα μετακίνησης.
Το πρόσωπο που φέρεται να έδωσε την εντολή για την επίθεση δεν κατονομάζεται.
















