Τα 5 νοσήματα που στέλνουν 8 στους 10 Έλληνες στο νοσοκομείο

Οι Έλληνες ζουν πλέον περισσότερο, αλλά όχι απαραίτητα καλύτερα. Παρότι το προσδόκιμο ζωής έχει ανακάμψει μετά την πανδημία κορωνοϊού και φτάνει τα 80,8 χρόνια, οι Έλληνες περνούν μικρότερο μέρος αυτής της ζωής με καλή υγεία σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μετά την ηλικία των 65, τα χρόνια υγιούς ζωής περιορίζονται σε μόλις 8,8 έτη, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο μέσος όρος είναι 9,1 έτη.

Αυτή είναι η πιο χαρακτηριστική – και απογοητευτική- διαπίστωση της νέας μελέτης Policy Roadmaps for Acting Early on Non-Communicable Diseases: Greece, η οποία καταγράφει με στοιχεία τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα στην πρόληψη και τη διαχείριση των χρόνιων νοσημάτων.

Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν συνδυαστεί με ένα ακόμη εύρημα της έκθεσης: περισσότεροι από 4 στους 10 ενήλικες πάσχουν ήδη από κάποιο χρόνιο νόσημα, ενώ στους πολίτες άνω των 65 ετών 1 στους 2 αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δύο ή περισσότερες χρόνιες παθήσεις, από τα υψηλότερα ποσοστά πολυνοσηρότητας στην Ευρώπη. Τα μη μεταδοτικά νοσήματα –καρδιαγγειακές παθήσεις, καρκίνος, σακχαρώδης διαβήτης, χρόνια αναπνευστικά νοσήματα και νεφρική νόσος– ευθύνονται πλέον για το 85% του συνολικού φορτίου νοσηρότητας στη χώρα, ενώ η γήρανση του πληθυσμού και η πολυνοσηρότητα αναμένεται να αυξήσουν ακόμη περισσότερο την πίεση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας τα επόμενα χρόνια.

Οι συντάκτες της μελέτης τονίζουν ότι χωρίς έγκαιρη πρόληψη και αποτελεσματική Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, το κόστος, οικονομικό και κοινωνικό, θα γίνει ακόμη μεγαλύτερο. Σημειώνεται ότι η ομάδα εργασίας της μελέτης αποτελείται από τους κκ Κώστα Αθανασάκη (PHSSR Lead for Greece), Ηλία Κυριόπουλο, Γιάννη Αγοραστό και την κυρία Γιώτα Ναούμ, οι οποίοι, σε συνεργασία με ένα ευρύ δίκτυο εμπειρογνωμόνων από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, εκπροσώπων θεσμικών φορέων, επαγγελματιών υγείας και οργανώσεων ασθενών, και μέσα από μια δομημένη διαδικασία ομοφωνίας (Delphi), διαμόρφωσαν έναν ολοκληρωμένο οδικό χάρτη πολιτικής για την έγκαιρη αντιμετώπιση της χρόνιας νοσηρότητας. Μάλιστα, κατά την πρόσφατη παρουσίαση της μελέτης ανέφεραν πως η αξία της θα κριθεί από τον βαθμό στον οποίο οι προτάσεις της θα μπορέσουν να ιεραρχηθούν, να εξειδικευθούν επιχειρησιακά και να μετατραπούν σε εφαρμόσιμες πολιτικές που θα ενισχύσουν τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα του ελληνικού συστήματος υγείας.

Το ΕΣΥ επενδύει κυρίως στη θεραπεία
Παρά την αύξηση των χρόνιων νοσημάτων, το ελληνικό σύστημα υγείας εξακολουθεί να λειτουργεί κυρίως με νοσοκομειοκεντρική λογική. Είναι χαρακτηριστικό ότι πάνω από το 40% των συνολικών δαπανών υγείας κατευθύνεται στα νοσοκομεία, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 28%.

Στον αντίποδα, οι δαπάνες για την πρόληψη παραμένουν χαμηλές. Αν και κατά τη διάρκεια της πανδημίας αυξήθηκαν προσωρινά, το 2023 αντιστοιχούσαν μόλις στο 3,1% των συνολικών δαπανών υγείας.

Οι συντάκτες της έκθεσης υπογραμμίζουν ότι η συγκεκριμένη κατανομή πόρων αποτυπώνει ένα σύστημα που παρεμβαίνει όταν η ασθένεια έχει ήδη εκδηλωθεί και όχι όταν μπορεί ακόμη να προληφθεί.

Πρωταθλητές στο κάπνισμα και στην παιδική παχυσαρκία
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική σε ό,τι αφορά τους παράγοντες κινδύνου. Στην Ελλάδα καταγράφεται ένα από τα υψηλότερα ποσοστά καπνίσματος στην Ευρώπη, ενώ η παιδική παχυσαρκία εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τη δημόσια υγεία. Σύμφωνα με τη μελέτη, το 34% των παιδιών και των εφήβων ηλικίας 5 έως 19 ετών είναι υπέρβαρα, έναντι περίπου 24% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παράλληλα, η χρόνια νεφρική νόσος παρουσιάζει σταθερά αυξητική πορεία, με τη σχετική επιβάρυνση να είναι υπερδιπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, κυρίως λόγω της ανεπαρκούς αντιμετώπισης τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου.

Οι ανισότητες στην πρόσβαση παραμένουν μεγάλες

Η μελέτη αναδεικνύει και ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα: την άνιση πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.

Σχεδόν 1 στους 10 πολίτες (9%) δηλώνει ότι δεν έλαβε την απαραίτητη ιατρική φροντίδα εξαιτίας του κόστους, των μεγάλων χρόνων αναμονής ή της απόστασης από τις διαθέσιμες υπηρεσίες. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μόλις 2,2%, γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα στις χειρότερες θέσεις.

Οι οικονομικές ανισότητες είναι ιδιαίτερα έντονες. Τα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα εμφανίζουν υπερτριπλάσια ποσοστά ανεκπλήρωτων αναγκών υγείας σε σύγκριση με τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Την ίδια στιγμή, η γεωγραφία εξακολουθεί να καθορίζει την πρόσβαση στις υπηρεσίες. Περισσότερο από το 60% των γιατρών εργάζεται στην Αττική και την Κεντρική Μακεδονία, ενώ οι νησιωτικές περιοχές διαθέτουν μόλις το 10% του ιατρικού δυναμικού της χώρας. Σε αρκετές περιφερειακές ενότητες λιγότεροι από τους μισούς κατοίκους μπορούν να φτάσουν σε νοσοκομείο μέσα σε δεκαπέντε λεπτά.

Πολλοί γιατροί, λίγοι οικογενειακοί γιατροί και ακόμη λιγότεροι νοσηλευτές

Ένα από τα πιο παράδοξα χαρακτηριστικά του ελληνικού συστήματος είναι η σύνθεση του ανθρώπινου δυναμικού.

Η Ελλάδα διαθέτει τη μεγαλύτερη αναλογία ιατρών ανά κάτοικο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ταυτόχρονα τη μικρότερη αναλογία νοσηλευτών. Επιπλέον, μόλις το 6% των γιατρών είναι γενικοί ή οικογενειακοί ιατροί, έναντι 21% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που αποδυναμώνει την πρωτοβάθμια φροντίδα και δυσκολεύει την πρόληψη και τη συστηματική παρακολούθηση των χρονίως πασχόντων.

Η εικόνα επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από τη «διαρροή» περισσότερων από 20.000 γιατρών στο εξωτερικό κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

Οι μεταρρυθμίσεις που αλλάζουν την εικόνα

Η μελέτη αναγνωρίζει ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς τον εκσυγχρονισμό του συστήματος υγείας.

Το πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ», η λειτουργία του Εθνικού Μητρώου Καρκίνου, η καθιέρωση του Ηλεκτρονικού Φακέλου Υγείας, η επέκταση της τηλεϊατρικής και οι μεγάλες επενδύσεις στην ψηφιακή υγεία αποτελούν, σύμφωνα με τους συντάκτες, σημαντικές πρωτοβουλίες.

Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η επιτυχία τους θα εξαρτηθεί από τη διασφάλιση σταθερής χρηματοδότησης, μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης, από την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους και από την ανάπτυξη ολοκληρωμένων διαδρομών φροντίδας για τους ασθενείς μετά την έγκαιρη διάγνωση. Η ψηφιακή μετάβαση του συστήματος, η αναδιοργάνωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας και οι επενδύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια ουσιαστική μεταρρύθμιση. Όμως, χωρίς μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη, στην έγκαιρη διάγνωση, στη μείωση των κοινωνικών και γεωγραφικών ανισοτήτων και στην ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας, η χώρα θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει το αυξανόμενο βάρος των χρόνιων νοσημάτων εκ των υστέρων, όταν το κόστος –για τους ασθενείς και για το σύστημα υγείας– είναι ήδη πολύ μεγαλύτερο.

Ένας οδικός χάρτης για την επόμενη ημέρα των πολιτικών υγείας

Ακολουθούν οι 10 μεταρρυθμιστικές προτεραιότητες για το ελληνικό σύστημα υγείας που αναδεικνύει η μελέτη, οι οποίες που αποτυπώνουν συνοπτικά το όραμα της ελληνικής πρωτοβουλίας PHSSR για ένα πιο βιώσιμο, ανθεκτικό και ανθρωποκεντρικό σύστημα υγείας.

1. Επένδυση στην πρόληψη από την παιδική ηλικία, με προώθηση υγιεινών συμπεριφορών σε όλη τη διάρκεια της ζωής.

2. Μείωση των ανισοτήτων στην υγεία, μέσω συστηματικής μέτρησης και στοχευμένων παρεμβάσεων για τις ευάλωτες ομάδες.

3. Αξιολόγηση των οργανωμένων προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου, σύνδεσή τους σε ολοκληρωμένες διαδρομές έγκαιρης διάγνωσης και θεραπείας, και διεύρυνσή τους με προτεραιότητα στη χρόνια νεφρική νόσο, τον καρκίνο του πνεύμονα, το μελάνωμα και την άνοια.

4. Μετάβαση σε διεπιστημονικά, ασθενοκεντρικά μοντέλα διαχείρισης των χρόνιων νοσημάτων.

5. Μεταρρύθμιση της χρηματοδότησης του συστήματος υγείας, με αποζημίωση βάσει αποτελεσμάτων και όχι μόνο όγκου υπηρεσιών.

6. Διασφάλιση της έγκαιρης και βιώσιμης πρόσβασης στην καινοτομία, μέσα από ένα αποτελεσματικότερο πλαίσιο χρηματοδότησης, αξιολόγησης, αποζημίωσης και αξιοποίησης νέων φαρμάκων, ιατροτεχνολογικών προϊόντων και ψηφιακών τεχνολογιών.

7. Θέσπιση ολοκληρωμένου Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα, με σαφείς στόχους, δείκτες και μηχανισμούς λογοδοσίας.

8. Ουσιαστική συμμετοχή των ασθενών στη διαμόρφωση και αξιολόγηση των πολιτικών υγείας.

9. Αξιοποίηση των δεδομένων υγείας και της τεχνητής νοημοσύνης για τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων και βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών.

10. Ενσωμάτωση της αρχής «Health in All Policies», ώστε η υγεία να αποτελεί κριτήριο σε όλες τις δημόσιες πολιτικές.

«Η ολοκλήρωση της δεύτερης ελληνικής μελέτης δεν αποτελεί το τέλος μιας ερευνητικής προσπάθειας, αλλά την αφετηρία μιας νέας φάσης συνεργασίας. Στόχος μας είναι οι προτάσεις που διαμορφώθηκαν μέσα από τη συλλογική γνώση και εμπειρία της επιστημονικής κοινότητας και των φορέων υγείας να αποτελέσουν χρήσιμο εργαλείο για όσους σχεδιάζουν και εφαρμόζουν πολιτικές υγείας. Η πραγματική αξία της τεκμηρίωσης βρίσκεται στην ικανότητά της να οδηγεί σε καλύτερες αποφάσεις, σε αποτελεσματικότερες παρεμβάσεις και, τελικά, σε καλύτερα αποτελέσματα για τους πολίτες. Η ελληνική πρωτοβουλία PHSSR φιλοδοξεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως ένας χώρος διαλόγου, συνεργασίας και παραγωγής τεκμηριωμένων προτάσεων που μπορούν να συμβάλουν στη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα του συστήματος υγείας της χώρας» ανέφερε κατά την παρουσίασή της, ο κ. Αθανασάκης, PHSSR Lead for Greece, Αναπληρωτής Καθηγητής Οικονομικών της Υγείας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και Visiting Fellow στο LSE Health.