Τρεις ασθενείς σε ΜΕΘ με ιό Δυτικού Νείλου – Τριπλάσια κρούσματα σε μία εβδομάδα

Απότομη αύξηση παρουσιάζουν τα κρούσματα λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου στη χώρα, καθώς μέσα σε μόλις μία εβδομάδα διαγνώστηκαν 14 περιστατικά. Ο συνολικός αριθμός των εγχώριων κρουσμάτων για το 2026 ανέρχεται πλέον σε 21, με τη συντριπτική πλειονότητα των ασθενών να εμφανίζει σοβαρές εκδηλώσεις από το κεντρικό νευρικό σύστημα.

Σύμφωνα με την εβδομαδιαία έκθεση επιδημιολογικής επιτήρησης του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), έως τις 22 Ιουλίου είχαν καταγραφεί 20 ασθενείς με νευρολογικές εκδηλώσεις, όπως εγκεφαλίτιδα, μηνιγγίτιδα, μηνιγγοεγκεφαλίτιδα ή οξεία χαλαρή παράλυση. Μόνο ένα περιστατικό παρουσίασε ήπια συμπτώματα ή δεν εμφάνισε εκδηλώσεις από το κεντρικό νευρικό σύστημα. Μέχρι στιγμής δεν έχει καταγραφεί θάνατος.

Από τους 21 ασθενείς, οι 13 εξακολουθούν να νοσηλεύονται. Οι εννέα βρίσκονται σε απλές κλινικές, τρεις σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας και ένας σε Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας, ενώ οκτώ ασθενείς έχουν λάβει εξιτήριο. Η διάμεση ηλικία όσων παρουσίασαν προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος είναι τα 72 έτη, με τις ηλικίες να κυμαίνονται από 55 έως 91 ετών.

Η μεγαλύτερη συγκέντρωση περιστατικών εντοπίζεται στην Αττική, όπου έχουν καταγραφεί 19 από τα 20 κρούσματα με νευρολογικές εκδηλώσεις. Κρούσματα έχουν δηλωθεί, μεταξύ άλλων, στους Δήμους Σπάτων-Αρτέμιδος, Μαρκοπούλου, Παλλήνης, Αγίας Παρασκευής, Νέας Ιωνίας, Χαλανδρίου, Γλυφάδας, Κρωπίας, Λαυρεωτικής και Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης. Ένα ακόμη σοβαρό περιστατικό καταγράφηκε στον Δήμο Λαρισαίων, ενώ στον Παλαμά Καρδίτσας δηλώθηκε ασθενής χωρίς εκδηλώσεις από το κεντρικό νευρικό σύστημα.

Ο ΕΟΔΥ επισημαίνει ότι για κάθε ένα περιστατικό με προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος εκτιμάται ότι αντιστοιχούν περίπου 140 άτομα που έχουν μολυνθεί, αλλά παραμένουν ασυμπτωματικά ή εμφανίζουν ήπια συμπτώματα.

Ως περιοχές υψηλού κινδύνου έχουν χαρακτηριστεί επιπλέον οι Δήμοι Παιανίας, Ραφήνας-Πικερμίου, Αμαρουσίου, Ηρακλείου Αττικής και Φιλοθέης-Ψυχικού, χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν καταγραφεί εκεί ανθρώπινα κρούσματα. Ο χαρακτηρισμός βασίζεται στην εγγύτητα με επηρεαζόμενες περιοχές και στην αξιολόγηση επιδημιολογικών και γεωμορφολογικών δεδομένων.