Μόλις ο ένας στους τρεις Αμερικανούς υποστηρίζει τον πόλεμο εναντίον του Ιράν, ποσοστό που είναι το χαμηλότερο που έχει καταγραφεί σε δημοσκόπηση του ινστιτούτου Ipsos και του πρακτορείου ειδήσεων Reuters αφότου ξέσπασε η ένοπλη σύρραξη, που σήμερα εισέρχεται στον έκτο μήνα της, ενώ οι περισσότεροι ερωτηθέντες κρίνουν ότι ο ρεπουμπλικάνος πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει εξηγήσει ξεκάθαρα τους στόχους του.
Η νέα δημοσκόπηση, που διενεργήθηκε από την Παρασκευή 24η ως την Κυριακή 26η Ιουλίου, υπέδειξε επίσης ότι το ποσοστό όσων εγκρίνουν τα πεπραγμένα του αμερικανού προέδρου αυξήθηκε κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες, στο 37%, από τον περασμένο μήνα, όταν έφθασε στο ναδίρ της δεύτερης θητείας του.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, το 69% των Αμερικανών – τέσσερις στους δέκα ερωτηθέντες, υποστηρικτές των ρεπουμπλικάνων – θεωρεί πως ο πρόεδρος Τραμπ δεν έχει «εξηγήσει με σαφήνεια τους στόχους της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής στο Ιράν».
Ερωτηθείσα για τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης, εκπρόσωπος της αμερικανικής προεδρίας, η Ολίβια Γουέιλς, τόνισε πως ο αρχηγός του κράτους δεν παίρνει αποφάσεις με κριτήριο «ρευστές δημοσκοπήσεις», επιμένοντας πως ο Ντόναλντ Τραμπ δρα για να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο.
Το ποσοστό των Αμερικανών που τάσσεται υπέρ του πολέμου ουδέποτε ξεπέρασε το 40%, σε αντίθεση με προηγούμενες ένοπλες συρράξεις.
Συγκριτικά, τους πρώτους μήνες του πολέμου στο Ιράκ (2003-2011), υπέρ δήλωνε το 70% των Αμερικανών, ενώ τους πρώτους μήνες του πολέμου στο Αφγανιστάν (2001-2021), λίγο καιρό μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στη Νέα Υόρκη και στο Πεντάγωνο, υπέρ τασσόταν το 90%, κατά δημοσκοπήσεις του ινστιτούτου Gallup.
Η δυσαρέσκεια της αμερικανικής κοινής γνώμης για τον πόλεμο αποτελεί βαρίδι για τον πρόεδρο Τραμπ και το ρεπουμπλικανικό κόμμα ενόψει των εκλογών του μέσου της θητείας του τον Νοέμβριο.
Μέχρι σήμερα, με βάση τα επίσημα δεδομένα, έχουν σκοτωθεί 18 αμερικανοί στρατιωτικοί στον πόλεμο, ο οποίος έχει στοιχίσει τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους, κυρίως στο Ιράν και στον Λίβανο.
Συνέπεια της ένοπλης σύρραξης ήταν η αύξηση των τιμών των καυσίμων στα πρατήρια, που πλήττει άμεσα τα οικονομικά πολλών Αμερικανών.
Υπενθυμίζεται πως στην προεκλογική εκστρατεία του το 2024, ο Ντόναλντ Τραμπ δεσμευόταν πως δεν θα ενέπλεκε τη χώρα σε νέες ένοπλες συρράξεις μακράς διάρκειας. Όταν διέταξε την επίθεση στο Ιράν, διαβεβαίωνε ότι θα διαρκούσε «τέσσερις ως πέντε εβδομάδες».
Σε προηγούμενη δημοσκόπηση, στα μέσα Μαρτίου, το 37% δήλωνε πως υποστήριζε τον πόλεμο. Την ημέρα που ξέσπασε η ένοπλη σύρραξη, την 28η Φεβρουαρίου, τον ενέκρινε το 27%, ωστόσο δινόταν στους ερωτηθέντες η δυνατότητα να απαντήσουν πως δεν είναι βέβαιοι· το έκανε το 29%.
Η δημοσκόπηση του ινστιτούτου Ipsos και του πρακτορείου ειδήσεων Ρόιτερς διενεργήθηκε μέσω διαδικτύου σε εθνική κλίμακα με συμμετοχή 1.246 ενηλίκων στις ΗΠΑ. Το περιθώριο στατιστικού σφάλματος είναι ±3%.















