Ο Αμερικανός πρόεδρος αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο περιορισμού επιχειρήσεων, ενώ διατηρεί φιλόδοξους στόχους κατά του Ιράν.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, ενώ μέχρι πρόσφατα εμφανιζόταν αμετακίνητος στην επιλογή συνέχισης του πολέμου, προκάλεσε ερωτήματα με νέα του ανάρτηση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περιορισμού των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «Πλησιάζουμε πολύ κοντά στην επίτευξη των στόχων μας, καθώς εξετάζουμε το ενδεχόμενο να περιορίσουμε τις μεγάλες στρατιωτικές μας επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή όσον αφορά το τρομοκρατικό καθεστώς του Ιράν».
Ωστόσο, στη συνέχεια διατύπωσε ένα εκτενές πλαίσιο επιδιώξεων, τονίζοντας: «Να αποδυναμώσουμε πλήρως τις πυραυλικές δυνατότητες του Ιράν, τους εκτοξευτές και οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με αυτούς. Να καταστρέψουμε την αμυντική βιομηχανική βάση του Ιράν. Να εξαλείψουμε το Πολεμικό Ναυτικό και την Πολεμική Αεροπορία του, συμπεριλαμβανομένων των αντιαεροπορικών όπλων. Να μην επιτρέψουμε ποτέ στο Ιράν να πλησιάσει έστω και λίγο την πυρηνική ικανότητα, και να βρισκόμαστε πάντα σε θέση ώστε οι ΗΠΑ να μπορούν να αντιδράσουν γρήγορα και δυναμικά σε μια τέτοια κατάσταση, αν αυτή συμβεί. Να προστατεύσουμε, στο υψηλότερο επίπεδο, τους συμμάχους μας στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένων του Ισραήλ, της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Μπαχρέιν, του Κουβέιτκαι άλλων».
Παρά το εκτενές αυτό πλαίσιο, η νέα τοποθέτηση εμφανίζεται διαφοροποιημένη σε σχέση με προηγούμενες δηλώσεις, καθώς ορισμένοι στόχοι απουσιάζουν ή εμφανίζονται αποδυναμωμένοι. Δεν έγινε, για παράδειγμα, καμία αναφορά στους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης, οι οποίοι εξακολουθούν να διατηρούν ισχυρή παρουσία, ούτε στον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, που φέρεται να έχει διαδεχθεί τον πατέρα του χωρίς ακόμη δημόσια εμφάνιση. Παράλληλα, έλειψε οποιαδήποτε αναφορά προς τον ιρανικό λαό, στον οποίο πριν λίγες εβδομάδες είχε απευθύνει μήνυμα λέγοντας: «Όταν τελειώσουμε, αναλάβετε την κυβέρνησή σας. Θα είναι δική σας για να την πάρετε».
Η μεταστροφή αυτή φαίνεται να συνδέεται κυρίως με οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες. Η άνοδος της τιμής των καυσίμων, με τη βενζίνη να προσεγγίζει τα 4 δολάρια ανά γαλόνι, σε συνδυασμό με την πίεση της κοινής γνώμης και τη συνεχή αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή, δημιουργούν ένα πιο σύνθετο περιβάλλον για την αμερικανική ηγεσία. Παράλληλα, η ανάγκη εξασφάλισης διεθνών συμμάχων φαίνεται να αναδεικνύεται πιο έντονα, καθώς η αρχική εκτίμηση για μια σύντομη σύγκρουση δεν επιβεβαιώθηκε.
Ο Τραμπ εισήλθε στην αντιπαράθεση με το Ιράν έχοντας προηγουμένως σημειώσει ταχείες επιτυχίες, όπως η αεροπορική επιχείρηση εναντίον βασικών πυρηνικών εγκαταστάσεων της χώρας, που οδήγησε στην καταστροφή σημαντικού μέρους του πυρηνικού της προγράμματος. Αντίστοιχα, η επιχείρηση σύλληψης του Νικολάς Μαδούρο στο Καράκας εξελίχθηκε ταχύτατα, ενώ οι εξελίξεις επηρέασαν και την Κούβα, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ενεργειακού εφοδιασμού.
Οι αρχικές αυτές επιτυχίες ενδέχεται να καλλιέργησαν την εντύπωση ότι μια αντίστοιχη στρατηγική θα μπορούσε να αποδώσει και απέναντι στο Ιράν. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο σύνθετη, καθώς δεν υπήρξαν ενδείξεις εσωτερικής αποσταθεροποίησης στο ιρανικό καθεστώς, ούτε μεταξύ των στρατιωτικών δομών ούτε στον πληθυσμό.
Παρά τη χρήση εκφράσεων που παραπέμπουν σε σύντομη διάρκεια της σύγκρουσης, δεν διαφαίνεται άμεση κατάληξη. Αντίθετα, η κατάσταση εξελίσσεται σε μια πιο μακροχρόνια και απαιτητική αντιπαράθεση, η οποία αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο εκτενούς ανάλυσης από στρατιωτικούς και πολιτικούς αναλυτές.















