Το 71% θεωρεί ανεπαρκή τη στήριξη του κράτους – Καθολική αποδοχή για μείωση ΕΝΦΙΑ, αυξημένη οικονομική ενίσχυση, μετεγγραφές φοιτητών και πρόσθετο συντάξιμο χρόνο
Ένα εξαιρετικά ισχυρό μήνυμα κοινωνικής συναίνεσης υπέρ της ουσιαστικότερης στήριξης των πολύτεκνων οικογενειών καταγράφει η νέα πανελλαδική έρευνα της alco για λογαριασμό της Α.Σ.Π.Ε., η οποία αποτυπώνει με σαφήνεια ότι η ελληνική κοινωνία αντιλαμβάνεται το ζήτημα της πολυτεκνίας όχι ως επιμέρους κοινωνική διεκδίκηση, αλλά ως κεντρικό θέμα δημογραφικής, οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.
Τα ευρήματα της έρευνας είναι ιδιαιτέρως χαρακτηριστικά: η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών θεωρεί ανεπαρκή τη σημερινή κρατική στήριξη προς τους πολύτεκνους, ενώ την ίδια στιγμή καταγράφονται συντριπτικά ποσοστά συμφωνίας σε συγκεκριμένα μέτρα ενίσχυσης, όπως η μείωση του ΕΝΦΙΑ ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, η αυξημένη οικονομική στήριξη, η δυνατότητα μετεγγραφής φοιτητών πολύτεκνων οικογενειών στον τόπο κατοικίας της οικογένειάς τους και η παροχή πρόσθετου συντάξιμου χρόνου για την ανατροφή παιδιών.
Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία δεν είναι απλώς θετική υπέρ των μέτρων. Είναι σχεδόν καθολική. Σε όλες τις βασικές ερωτήσεις πολιτικής κατεύθυνσης, τα ποσοστά υπέρ των προτεινόμενων παρεμβάσεων κινούνται από το 91% έως το 95%, επίπεδα που σπανίως συναντώνται σε έρευνες κοινής γνώμης, ιδίως όταν αφορούν ζητήματα δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής.
Το 71% θεωρεί ανεπαρκή τη στήριξη των πολύτεκνων από το κράτος
Το πρώτο και ίσως πιο πολιτικά κρίσιμο εύρημα αφορά την αξιολόγηση της σημερινής κρατικής στήριξης προς τους πολύτεκνους.
Στην ερώτηση «Θεωρείτε ότι η στήριξη των πολύτεκνων από το κράτος είναι επαρκής ή ανεπαρκής;», το 71% των ερωτηθέντων απαντά ότι είναι ανεπαρκής.
Μόλις το 9% θεωρεί ότι η στήριξη είναι επαρκής, ενώ ένα σημαντικό 20% επιλέγει την απάντηση «Δεν ξέρω / Δεν απαντώ».
Το συγκεκριμένο εύρημα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς δείχνει ότι η αντίληψη περί ανεπαρκούς στήριξης δεν περιορίζεται στους άμεσα ενδιαφερόμενους ή σε ένα ειδικό ακροατήριο. Αντιθέτως, φαίνεται να αποτελεί ευρύτερη κοινωνική διαπίστωση. Η αναλογία είναι ενδεικτική: για κάθε έναν πολίτη που θεωρεί επαρκή τη στήριξη, σχεδόν οκτώ τη θεωρούν ανεπαρκή.
Το ποσοστό του 20% που δεν τοποθετείται μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη απόστασης ή περιορισμένης ενημέρωσης για τις υφιστάμενες πολιτικές, όχι όμως ως αντίρροπη τάση. Άλλωστε, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το υψηλό ποσοστό των αναποφάσιστων ή μη απαντησάντων, η πλειοψηφία υπέρ της άποψης ότι η στήριξη είναι ανεπαρκής παραμένει απολύτως καθαρή.
Καθολική αποδοχή για μείωση του ΕΝΦΙΑ ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εικόνα στην ερώτηση που αφορά τη φορολογική ελάφρυνση μέσω του ΕΝΦΙΑ.
Στην ερώτηση «Θα συμφωνούσατε ή θα διαφωνούσατε με τη μείωση του ΕΝΦΙΑ, ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών κάθε οικογένειας;», το 95% των πολιτών δηλώνει ότι συμφωνεί.
Αντίθετη άποψη εκφράζει μόλις το 3%, ενώ το 2% απαντά «Δεν γνωρίζω / Δεν απαντώ».
Πρόκειται για ένα από τα πιο ισχυρά ευρήματα της έρευνας. Η μείωση του ΕΝΦΙΑ, συνδεδεμένη με τον αριθμό των παιδιών κάθε οικογένειας, εμφανίζεται ως μέτρο σχεδόν καθολικής κοινωνικής αποδοχής. Το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι αφορά ένα μέτρο με άμεση δημοσιονομική διάσταση. Παρ’ όλα αυτά, η κοινωνική συναίνεση είναι σχεδόν απόλυτη.
Το 95% υπέρ δείχνει ότι οι πολίτες δεν αντιμετωπίζουν την πολυτεκνία απλώς ως ιδιωτική οικογενειακή επιλογή, αλλά ως κατάσταση που δικαιολογεί ειδική φορολογική μεταχείριση. Με άλλα λόγια, η κοινή γνώμη φαίνεται να θεωρεί ότι όσο αυξάνονται οι οικογενειακές υποχρεώσεις, τόσο πρέπει να προσαρμόζεται και η φορολογική επιβάρυνση.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η διαφωνία περιορίζεται στο 3%, ποσοστό εξαιρετικά χαμηλό για μέτρο που σχετίζεται με φορολογική πολιτική. Αυτό σημαίνει ότι η πρόταση δεν προκαλεί ουσιαστική κοινωνική αντίσταση, ούτε φαίνεται να αντιμετωπίζεται ως προνομιακή μεταχείριση εις βάρος άλλων κοινωνικών ομάδων.
Το 94% υπέρ αυξημένης οικονομικής στήριξης στις πολύτεκνες οικογένειες
Αντίστοιχα ισχυρή είναι η αποδοχή της πρότασης για αυξημένη οικονομική στήριξη των πολύτεκνων οικογενειών.
Στην ερώτηση «Πιστεύετε ότι η Πολιτεία θα πρέπει να παρέχει αυξημένη οικονομική στήριξη στις πολύτεκνες οικογένειες, ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών τους;», το 77% απαντά «σίγουρα ναι», ενώ ένα επιπλέον 17% απαντά «μάλλον ναι».
Συνολικά, δηλαδή, το 94% των ερωτηθέντων τοποθετείται θετικά υπέρ της αυξημένης οικονομικής στήριξης.
Απέναντι σε αυτή τη θέση, μόλις το 5% απαντά «μάλλον / σίγουρα όχι», ενώ το 1% δηλώνει «Δεν ξέρω / Δεν απαντώ».
Το εύρημα είναι διπλά σημαντικό. Πρώτον, δείχνει ότι η υποστήριξη δεν είναι απλώς γενική ή θεωρητική, αλλά αφορά και άμεσα οικονομικά μέτρα. Δεύτερον, το γεγονός ότι το 77% απαντά «σίγουρα ναι» αποτυπώνει υψηλή ένταση γνώμης. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια χλιαρή αποδοχή ή για μια κοινωνικά επιθυμητή απάντηση χωρίς βάθος. Η μεγάλη πλειοψηφία εκφράζει βεβαιότητα.
Η σύνδεση της οικονομικής στήριξης με τον αριθμό των παιδιών είναι επίσης κρίσιμη. Οι πολίτες φαίνεται να αποδέχονται την αρχή της αναλογικότητας: όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των παιδιών, τόσο μεγαλύτερες είναι οι ανάγκες και, κατά συνέπεια, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι η κρατική υποστήριξη.
Σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος στέγασης, διατροφής, εκπαίδευσης και καθημερινής διαβίωσης επιβαρύνει ιδιαίτερα τις οικογένειες, η κοινή γνώμη φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι οι πολύτεκνες οικογένειες αντιμετωπίζουν πολλαπλάσιο οικονομικό βάρος. Το εύρημα αυτό μετατρέπει την οικονομική στήριξη από αίτημα ειδικής ομάδας σε ευρύτερα αναγνωρισμένη κοινωνική ανάγκη.
Μετεγγραφές φοιτητών: 93% υπέρ της δυνατότητας σπουδών στον τόπο κατοικίας της οικογένειας
Ιδιαίτερα υψηλή είναι και η αποδοχή του μέτρου που αφορά τα παιδιά πολύτεκνων οικογενειών που σπουδάζουν σε ΑΕΙ.
Στην ερώτηση «Πιστεύετε ότι τα παιδιά πολύτεκνων οικογενειών που σπουδάζουν σε ΑΕΙ θα πρέπει να έχουν δυνατότητα μετεγγραφής στον τόπο κατοικίας της οικογένειάς τους;», το 87% απαντά «σίγουρα ναι» και το 6% απαντά «μάλλον ναι».
Συνολικά, το 93% τάσσεται υπέρ της δυνατότητας μετεγγραφής.
Αντίθετη άποψη εκφράζει το 6%, ενώ το 1% απαντά «Δεν ξέρω / Δεν απαντώ».
Το συγκεκριμένο εύρημα αναδεικνύει μια από τις πιο πρακτικές πλευρές της συζήτησης για την πολυτεκνία. Η φοίτηση ενός παιδιού μακριά από τον τόπο κατοικίας της οικογένειας συνεπάγεται σημαντικό πρόσθετο κόστος: ενοίκιο, λογαριασμούς, μετακινήσεις, διατροφή και γενικότερη συντήρηση δεύτερου νοικοκυριού. Για μια πολύτεκνη οικογένεια, αυτό το κόστος μπορεί να πολλαπλασιαστεί, ιδίως όταν περισσότερα από ένα παιδιά σπουδάζουν ταυτόχρονα.
Η σχεδόν καθολική αποδοχή της δυνατότητας μετεγγραφής δείχνει ότι οι πολίτες αναγνωρίζουν πως η ισότητα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση δεν εξαντλείται στην εισαγωγή στο πανεπιστήμιο. Περιλαμβάνει και τη δυνατότητα της οικογένειας να στηρίξει πραγματικά τις σπουδές του παιδιού χωρίς να οδηγείται σε οικονομική εξάντληση.
Το 87% που απαντά «σίγουρα ναι» είναι ενδεικτικό της έντασης με την οποία η κοινωνία στηρίζει το μέτρο. Δεν πρόκειται απλώς για μια ανεκτή ρύθμιση, αλλά για μια πρόταση που φαίνεται να θεωρείται δίκαιη, λογική και κοινωνικά αναγκαία.
Πρόσθετος συντάξιμος χρόνος: 91% συμφωνεί με ειδική μέριμνα για πολύτεκνες μητέρες και οικογένειες με τέσσερα ή περισσότερα παιδιά
Το πέμπτο βασικό εύρημα της έρευνας αφορά την πρόταση για παροχή πρόσθετου συντάξιμου χρόνου για την ανατροφή παιδιών, με ειδική μέριμνα για τις πολύτεκνες μητέρες και για οικογένειες με τέσσερα ή περισσότερα παιδιά.
Στην ερώτηση «Συμφωνείτε ή διαφωνείτε με την παροχή πρόσθετου συντάξιμου χρόνου για την ανατροφή παιδιών, με ειδική μέριμνα για τις πολύτεκνες μητέρες και για οικογένειες με τέσσερα ή περισσότερα παιδιά;», το 91% απαντά ότι συμφωνεί.
Μόλις το 3% δηλώνει ότι διαφωνεί, ενώ το 6% απαντά «Δεν γνωρίζω / Δεν απαντώ».
Το εύρημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί συνδέει την πολυτεκνία με το ασφαλιστικό και εργασιακό πεδίο. Η ανατροφή παιδιών, και ιδίως περισσότερων παιδιών, αναγνωρίζεται από την κοινή γνώμη ως χρόνος κοινωνικής προσφοράς που πρέπει να αποτιμάται και ασφαλιστικά.
Η ειδική αναφορά στις πολύτεκνες μητέρες και στις οικογένειες με τέσσερα ή περισσότερα παιδιά φαίνεται να βρίσκει ισχυρή ανταπόκριση. Το 91% υπέρ δείχνει ότι η κοινωνία αναγνωρίζει πως η φροντίδα και η ανατροφή παιδιών έχουν πραγματικό κόστος, όχι μόνο οικονομικό, αλλά και επαγγελματικό, ασφαλιστικό και βιογραφικό, ιδιαίτερα για τις μητέρες.
Σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής, το εύρημα ανοίγει τη συζήτηση για το πώς το ασφαλιστικό σύστημα μπορεί να ενσωματώσει πιο δίκαια τις οικογενειακές υποχρεώσεις και την αναπαραγωγική συνεισφορά, ιδίως σε μια χώρα που αντιμετωπίζει έντονο δημογραφικό πρόβλημα.
Το κοινό συμπέρασμα: η πολυτεκνία ως ζήτημα εθνικής και κοινωνικής προτεραιότητας
Αν υπάρχει ένα κεντρικό συμπέρασμα από την έρευνα, αυτό είναι ότι η κοινωνία εμφανίζεται ώριμη για μια πιο γενναία, πιο στοχευμένη και πιο θεσμικά ολοκληρωμένη πολιτική υπέρ των πολύτεκνων οικογενειών.
Τα ποσοστά είναι εντυπωσιακά:
- 71% θεωρεί ανεπαρκή τη στήριξη των πολύτεκνων από το κράτος.
- 95% συμφωνεί με τη μείωση του ΕΝΦΙΑ ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών.
- 94% τάσσεται υπέρ της αυξημένης οικονομικής στήριξης.
- 93% υποστηρίζει τη δυνατότητα μετεγγραφής φοιτητών πολύτεκνων οικογενειών στον τόπο κατοικίας της οικογένειάς τους.
- 91% συμφωνεί με την παροχή πρόσθετου συντάξιμου χρόνου για την ανατροφή παιδιών, με ειδική μέριμνα για πολύτεκνες μητέρες και οικογένειες με τέσσερα ή περισσότερα παιδιά.
Τα ευρήματα αυτά δεν δείχνουν απλώς πλειοψηφική αποδοχή. Δείχνουν διακομματική και διακοινωνική δυναμική συναίνεσης. Όταν ένα μέτρο συγκεντρώνει ποσοστά άνω του 90%, είναι προφανές ότι υπερβαίνει τις συνήθεις πολιτικές διαιρέσεις και τις επιμέρους ιδεολογικές αφετηρίες.
Η ελληνική κοινωνία φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η στήριξη των πολύτεκνων οικογενειών δεν είναι αποσπασματικό επίδομα ή ειδική παροχή. Είναι μέρος μιας ευρύτερης δημογραφικής στρατηγικής. Σε μια χώρα που αντιμετωπίζει γήρανση πληθυσμού, υπογεννητικότητα και αυξημένο κόστος διαβίωσης, οι πολιτικές υπέρ των οικογενειών με πολλά παιδιά αποκτούν χαρακτήρα μακροπρόθεσμης εθνικής επιλογής.
Η πολιτική ανάγνωση των ευρημάτων
Από πλευράς ανάλυσης κοινής γνώμης, η έρευνα παρουσιάζει τρία βασικά χαρακτηριστικά.
Πρώτον, υπάρχει σαφής διάγνωση προβλήματος. Το 71% που θεωρεί ανεπαρκή τη στήριξη του κράτους συγκροτεί μια καθαρή κοινωνική πλειοψηφία η οποία αναγνωρίζει έλλειμμα πολιτικής.
Δεύτερον, υπάρχει ισχυρή αποδοχή συγκεκριμένων λύσεων. Οι πολίτες δεν περιορίζονται σε μια γενική διαπίστωση ότι «κάτι πρέπει να γίνει». Στηρίζουν συγκεκριμένα μέτρα, φορολογικά, οικονομικά, εκπαιδευτικά και ασφαλιστικά.
Τρίτον, υπάρχει ένταση γνώμης. Στις ερωτήσεις όπου προσφέρονται οι επιλογές «σίγουρα ναι» και «μάλλον ναι», η πρώτη επιλογή υπερτερεί συντριπτικά. Αυτό δείχνει ότι η υποστήριξη δεν είναι αδύναμη ή επιφανειακή, αλλά σταθερή.
Για το πολιτικό σύστημα, τα ευρήματα αυτά συνιστούν σαφές σήμα. Η κοινωνία δεν φαίνεται απλώς να ανέχεται μέτρα υπέρ των πολύτεκνων. Τα ζητά. Και μάλιστα τα ζητά με ένταση, σε ποσοστά που δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν.
Η ταυτότητα της έρευνας
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την alco, μέλος του ΣΕΔΕΑ και με αριθμό μητρώου Ε.Σ.Ρ. 12, για λογαριασμό της Α.Σ.Π.Ε.
Πρόκειται για ποσοτική πολιτική έρευνα αντιλήψεων για τους πολύτεκνους.
Η μέθοδος συλλογής στοιχείων ήταν τηλεφωνικές συνεντεύξεις με ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο.
Το δείγμα της έρευνας ήταν 1.000 άτομα, ηλικίας 17 ετών και άνω, από ολόκληρη την Ελλάδα.
Η δειγματοληψία ήταν στρωματοποιημένη και τυχαία.
Οι σταθμίσεις έγιναν ως προς φύλο, ηλικία και εκλογές 2023.
Το στατιστικό σφάλμα της έρευνας είναι ±3,1%, με διάστημα βεβαιότητας 95%.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε το διάστημα 16 έως 20 Μαΐου 2026.
Σύμφωνα με την ταυτότητα της έρευνας, η έρευνα πραγματοποιήθηκε με βάση τους κώδικες δεοντολογίας της ESOMAR και επαγγελματικής πρακτικής του ΣΕΔΕΑ.
Συμπέρασμα
Η έρευνα της alco καταγράφει μια σπάνιας έντασης κοινωνική συναίνεση: οι πολίτες θεωρούν ότι η σημερινή στήριξη των πολύτεκνων οικογενειών είναι ανεπαρκής και, ταυτόχρονα, στηρίζουν σε συντριπτικά ποσοστά ένα πλέγμα συγκεκριμένων παρεμβάσεων.
Η μείωση του ΕΝΦΙΑ, η αυξημένη οικονομική ενίσχυση, οι μετεγγραφές φοιτητών και ο πρόσθετος συντάξιμος χρόνος δεν εμφανίζονται ως μεμονωμένες παροχές, αλλά ως τμήματα μιας συνολικότερης κοινωνικής απαίτησης για δικαιότερη αντιμετώπιση των πολύτεκνων οικογενειών.
Με βάση τα στοιχεία, το μήνυμα προς την Πολιτεία είναι σαφές: η στήριξη της πολύτεκνης οικογένειας συγκεντρώνει ευρύτατη κοινωνική νομιμοποίηση και μπορεί να αποτελέσει κεντρικό πεδίο δημόσιας πολιτικής, με ισχυρό δημογραφικό, κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα.





















