Δούκας: «Να μη γίνει ο κόσμος ένα λημέρι ληστών – Όχι συγκυβέρνηση με τη ΝΔ»

Σε μια συγκυρία κατά την οποία η διεθνής ένταση κλιμακώνεται επικίνδυνα μετά την έναρξη πολεμικών επιχειρήσεων των Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και του Ισραήλ κατά του Ιράν, ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας επέλεξε από το Ίλιον να υψώσει τον πήχη της πολιτικής αντιπαράθεσης, συνδέοντας τις γεωπολιτικές αναταράξεις με το εσωτερικό αίτημα για θεσμική θωράκιση και προοδευτική διακυβέρνηση.

«Να μη γίνει ο κόσμος ένα λημέρι ληστών», προειδοποίησε, επικαλούμενος τον Πρώην Πρόεδρο της Γερμανίας Frank-Walter Steinmeier και τη φράση του περί ενός κόσμου «όπου ο πιο αδίστακτος θα παίρνει αυτό που θέλει».
Η αναφορά δεν ήταν τυχαία.

Σε μια περίοδο που η διεθνής νομιμότητα δοκιμάζεται και το φάσμα γενικευμένης αποσταθεροποίησης επανέρχεται στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, ο κ. Δούκας επιχείρησε να συνδέσει την ανάγκη ειρήνης και πολυμερούς διπλωματίας με το αίτημα για ισχυρούς, ανεξάρτητους θεσμούς στο εσωτερικό. «Η ίδια η Δημοκρατία είναι αυτή που κινδυνεύει», σημείωσε, μεταφέροντας το βάρος από τα πεδία των μαχών στα θεμέλια του κράτους δικαίου.

Από τη Δυτική Αθήνα, σε μια περιοχή που –όπως τόνισε– «ανήκει στα λιγότερα προνομιούχα στρώματα», έθεσε ως στρατηγικό στόχο την επανασύνδεση του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής με τις κοινωνικές δυνάμεις που ιστορικά το στήριξαν.

Όχι ως κόμμα «των βολεμένων», αλλά ως πολιτική δύναμη που «αμφισβητεί και συγκρούεται με κατεστημένες λειτουργίες και αντιλήψεις».

Η ομιλία του κινήθηκε σε υψηλούς τόνους, με αιχμές κατά της κυβέρνησης για αδιαφάνεια και αλαζονεία, χωρίς ωστόσο να απομακρύνεται από τη θεσμική επιχειρηματολογία.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην πρόσφατη απόφαση της Δικαιοσύνης για την υπόθεση των υποκλοπών, μιλώντας για «πρώτη νίκη για το κράτος δικαίου». Η αναφορά στον Νίκο Ανδρουλάκη και στη «δικαίωση ενός τετραετούς αγώνα» κατέδειξε ότι το ζήτημα παραμένει στον πυρήνα της πολιτικής αντιπαράθεσης, με τον δήμαρχο Αθηναίων να υπογραμμίζει πως «ο αγώνας συνεχίζεται για την τιμωρία των ενόχων όσο ψηλά και αν βρίσκονται».

Στο εσωκομματικό πεδίο, η τοποθέτησή του ήταν σαφής.

Πρώτη πρόταση, ρητή δέσμευση ότι δεν θα υπάρξει συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία, «όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα». Μια θέση που, όπως είπε, οφείλει να σφραγιστεί στο επικείμενο συνέδριο, ώστε να μην υπάρχουν «kinder έκπληξη» μετά τις κάλπες. Η στρατηγική αυτή, κατά τον ίδιο, αποτελεί προϋπόθεση πολιτικής αξιοπιστίας και όρο για ριζοσπαστικές τομές.

Δεύτερος άξονας, η συγκρότηση ενός «σύγχρονου, αντισυμβατικού και συνάμα ρεαλιστικού λόγου» με αιχμή την αναδιανομή, τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, την ενίσχυση της δημόσιας υγείας και παιδείας και την αποκατάσταση της διάκρισης των εξουσιών. Η αναφορά σε στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα υπό το φως των πολεμικών εξελίξεων, εντάσσοντας την ελληνική πολιτική συζήτηση σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Τρίτος άξονας, η προώθηση προγραμματικού διαλόγου με τα υπόλοιπα προοδευτικά κόμματα, «χωρίς αποκλεισμούς και χωρίς παρακάλια». Με δεδομένη την απλή αναλογική δυναμική που ενδέχεται να ανακύψει, ο κ. Δούκας έθεσε ευθέως το ερώτημα της μετεκλογικής διακυβέρνησης, επισημαίνοντας ότι «οι μεγάλες προοδευτικές τομές δεν προέκυψαν από απομόνωση, αλλά από συγκλίσεις».

Ξεχωριστό κεφάλαιο αφιέρωσε στην Αυτοδιοίκηση, κάνοντας λόγο για «ακραία συγκεντρωτικό μοντέλο» που αποδυναμώνει τους δήμους και μεταφέρει κρίσιμες αποφάσεις στα κεντρικά υπουργικά γραφεία.

Πρότεινε ένα νέο μοντέλο πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και ουσιαστική οικονομική ενίσχυση της τοπικής αυτονομίας, επισημαίνοντας ότι οι πόροι της Αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα υπολείπονται δραματικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Το μήνυμα από το Ίλιον ήταν διπλό.

Στο διεθνές επίπεδο, προειδοποίηση κατά της λογικής ισχύος που μετατρέπει τον κόσμο σε «λημέρι ληστών».

Στο εσωτερικό, κάλεσμα για ενότητα, πολιτική αλλαγή και διεκδίκηση της πρώτης θέσης. Με επίκληση στο σύνθημα του γαλλικού Μάη του ’68, «Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιος;», ο δήμαρχος Αθηναίων επιχείρησε να μετατρέψει τη διεθνή αβεβαιότητα σε μοχλό πολιτικής κινητοποίησης, θέτοντας τον πήχη όχι απλώς της επιβίωσης, αλλά της νίκης.

Πηγή: thesocialist.gr