Επιστολή–πρόκληση της Τουρκίας στον ΟΗΕ – Τι απαντά η Ελλάδα

Η Τουρκία ανεβάζει ξανά τους τόνους στην Ανατολική Μεσόγειο, με μια νέα προκλητική επιστολή προς τον ΟΗΕ, στην οποία στοχοποιεί ευθέως την Ελλάδα, την Κύπρο και την Αίγυπτο για τις θαλάσσιες ζώνες και επιμένει να εμφανίζει το τουρκολιβυκό μνημόνιο ως «νόμιμη» βάση των διεκδικήσεών της.

«Παράνομη» η ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία, «μαξιμαλιστική» η Ελλάδα

Στην επιστολή της, η Τουρκία χαρακτηρίζει τη συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου για μερική οριοθέτηση ΑΟΖ ως «παράνομη» και χωρίς καμία έννομη συνέπεια για την Άγκυρα, υποστηρίζοντας ότι «παραβιάζει την τουρκική υφαλοκρηπίδα» στην Ανατολική Μεσόγειο. Κατηγορεί την Αθήνα για «επιλεκτική ερμηνεία» του Δικαίου της Θάλασσας και μιλά για «μαξιμαλιστικές αξιώσεις» που, όπως υποστηρίζει, δεν συμβαδίζουν με την αρχή της ευθυδικίας στην οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών.

Η Άγκυρα επαναλαμβάνει τη θέση ότι τα ελληνικά νησιά δεν μπορούν να έχουν πλήρη επήρεια σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, ιδιαίτερα όταν –κατά την τουρκική επιχειρηματολογία– «στρεβλώνουν» ένα «δίκαιο» αποτέλεσμα, επικαλούμενη σχετική διεθνή νομολογία για να ενισχύσει τον ισχυρισμό της. Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να «σβήσει» από τον χάρτη τα δικαιώματα νησιωτικών σχηματισμών, όπως η Κρήτη και τα Δωδεκάνησα, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως κράτος που «υπερβάλλει» στις θαλάσσιες διεκδικήσεις του.

Στο στόχαστρο η Κύπρος: «Δεν υπάρχει μία ενιαία αρχή»

Κομβικό σημείο της επιστολής είναι η αμφισβήτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως μοναδικής νόμιμης αρχής στο νησί, με την Άγκυρα να επαναλαμβάνει ότι «δεν υπάρχει μία ενιαία αρχή που να εκπροσωπεί από κοινού Τουρκοκυπρίους και Ελληνοκυπρίους». Υποστηρίζει ότι η Λευκωσία δεν μπορεί να μιλά ή να νομοθετεί «για όλο το νησί» και ότι οι μονομερείς ενέργειες της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΑΟΖ «αγνοούν τα εγγενή δικαιώματα του τουρκοκυπριακού λαού».

Παράλληλα, παραπέμπει στις συμφωνίες της Τουρκίας με το ψευδοκράτος για «οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας» και «κοινή εκμετάλλευση» πόρων, παρουσιάζοντάς τες ως «νόμιμες» και «σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο», την ώρα που η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πάγια θέση περί «δύο κρατικών οντοτήτων με ίσο καθεστώς στο νησί», με την Τουρκία να επιμένει ότι «η μόνη ρεαλιστική επιλογή» είναι η αναγνώριση «κυρίαρχης ισότητας» και «ίδιου διεθνούς καθεστώτος» για τους Τουρκοκυπρίους.

Επιμονή στο τουρκολιβυκό μνημόνιο

Η επιστολή επανέρχεται στο τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, το οποίο η Άγκυρα περιγράφει ως «νόμιμη συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών μεταξύ δύο παράκτιων κρατών», απορρίπτοντας τις ενστάσεις της Ελλάδας, της Κύπρου και άλλων κρατών της περιοχής. Στο κείμενο γίνεται αναλυτική αναφορά στις συντεταγμένες που έχει καταθέσει η Τουρκία και στις συμφωνίες με τη Λιβύη, με την Άγκυρα να ισχυρίζεται ότι «οι ελληνικοί ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι» και ότι στόχο έχουν «να υπονομεύσουν τη νομιμότητα της λιβυκής κυβέρνησης και των συμφωνιών της με την Τουρκία».

Επιπλέον, η Τουρκία εμφανίζει τις νεότερες ενεργειακές εξελίξεις, όπως η είσοδος της Chevron στα θαλάσσια μπλοκ νότια της Κρήτης, ως κίνηση που «αγνοεί» τα «νόμιμα δικαιώματα» της Άγκυρας και της Τρίπολης, επιχειρώντας εμμέσως να μπλοκάρει την αξιοποίηση των κοιτασμάτων από την Αθήνα και τους εταίρους της. Στο ίδιο πνεύμα, καταγγέλλει και τις τριμερείς συνεργασίες Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου ως «αποκλειστικά σχήματα» που «παραβλέπουν» την Τουρκία.

Επίθεση στον Ελληνικό Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό

Η επιστολή στρέφεται και κατά του Ελληνικού Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού, υποστηρίζοντας ότι ορισμένες ζώνες που ορίζει το ελληνικό πλαίσιο «επικαλύπτουν την τουρκική υφαλοκρηπίδα» στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Άγκυρα τονίζει ότι «κανένας εσωτερικός νόμος ή διοικητική πράξη της Ελλάδας δεν μπορεί να έχει συνέπειες επί των προϋφιστάμενων, ipso facto και ab initio, δικαιωμάτων της Τουρκίας στην υφαλοκρηπίδα της», επιμένοντας ότι τα τουρκικά δικαιώματα δεν εξαρτώνται από ανακήρυξη ΑΟΖ.

Με αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία επιχειρεί να ακυρώσει πολιτικά και νομικά κάθε ελληνικό σχεδιασμό για ενεργειακές και άλλες δραστηριότητες σε περιοχές που έχει μονομερώς χαράξει ως κομμάτι της «Γαλάζιας Πατρίδας». Ταυτόχρονα, προειδοποιεί ότι θα συνεχίσει να «προστατεύει αποφασιστικά τα δικαιώματά της και τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων στην Ανατολική Μεσόγειο», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων επί του πεδίου.

Ρητορική για «ειρήνη» και «διάλογο»

Παρά τον έντονα επιθετικό τόνο, η Τουρκία κλείνει την επιστολή με μια γνώριμη φόρμουλα «καλής θέλησης», δηλώνοντας ότι είναι «έτοιμη να συζητήσει με όλα τα παράκτια κράτη της περιοχής, πλην της ελληνοκυπριακής διοίκησης, για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών σύμφωνα με την αρχή της ευθυδικίας». Επικαλείται μάλιστα τη Διακήρυξη των Αθηνών, επιχειρώντας να εμφανιστεί ως υπέρμαχος της «ειρηνικής επίλυσης διαφορών» και των «σχέσεων καλής γειτονίας», την ώρα που στην πράξη ζητά ανατροπή του ισχύοντος πλαισίου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η αντίφαση είναι εμφανής: από τη μία, μια σκληρή καταγραφή θέσεων με συνεχή αναφορά σε «παράνομες» συμφωνίες Ελλάδας–Αιγύπτου–Κύπρου, «ανύπαρκτα» δικαιώματα νησιών και αμφισβήτηση της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας· από την άλλη, μια ρητορική περί διαλόγου, που όμως προϋποθέτει αποδοχή του τουρκικού πλαισίου ως αφετηρίας. Για την Αθήνα, τη Λευκωσία και το Κάιρο, η επιστολή αυτή επιβεβαιώνει ότι η Άγκυρα δεν περιορίζει απλώς τις διεκδικήσεις της, αλλά επιχειρεί να κατοχυρώσει θεσμικά, μέσω ΟΗΕ, μια πλήρη αναθεώρηση του χάρτη στην Ανατολική Μεσόγειο.

H απάντηση της Ελλάδας

«Η από 16 Φεβρουαρίου 2026 επιστολή του Μονίμου Αντιπροσώπου της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη προς τον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού, σε συνέχεια σχετικών Ρηματικών Διακοινώσεων της Ελλάδας, της Κύπρου και της Αιγύπτου, ήταν εν πολλοίς αναμενόμενη και δεν προκαλεί έκπληξη» αναφέρουν διπλωματικές πηγές.

Αναφερόμενες στην επιστολή της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Τουρκίας στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2026, προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι «η εν λόγω επιστολή, που απορρίπτεται εκ μέρους της Ελλάδας και θα απαντηθεί δεόντως, αναπαράγει τις γνωστές πλην όμως ευφάνταστες και αυθαίρετες ερμηνείες του Διεθνούς Δικαίου, και ειδικότερα του Δικαίου της Θάλασσας, στις οποίες συχνά επιδίδεται η Τουρκία, αμφισβητώντας, για μια ακόμη φορά, τα νόμιμα δικαιώματα της χώρας μας, ενώ επιμένει να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, κράτος μέλος της ΕΕ και του ΟΗΕ».

Και οι διπλωματικές πηγές συνεχίζουν:

«Επισημαίνεται ότι η επανάληψη νομικά ανυπόστατων ισχυρισμών δεν τους προσδίδει αξία και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.

Ως γνωστόν, οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν ήδη κατ’ επανάληψη απαντηθεί με επιστολές μας προς τα Ηνωμένα Έθνη, στις οποίες υπενθυμίζουμε, μεταξύ άλλων, ότι σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας, στην οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, μεταξύ κρατών με παρακείμενες ή αντικείμενες ακτές, τα νησιά, έχουν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες, όπως και τα ηπειρωτικά εδάφη.

Θα πρέπει συνεπώς η Τουρκία να συνταχθεί με τις επιταγές του Δικαίου της Θάλασσας, προς όφελος των σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ των δύο χωρών μας, όπως και της σταθερότητας και της συνεργασίας στην περιοχή».