Φόρος κληρονομιάς: Τα λάθη που μπορεί να οδηγήσουν σε πρόσθετο φόρο χρόνια μετά

Απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) αναδεικνύει τις παγίδες που μπορεί να κρύβουν οι υποθέσεις κληρονομιάς, ακόμη και αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο ενός προσώπου και υπενθυμίζει ότι οι φορολογικές υποχρεώσεις που συνδέονται με μια κληρονομιά δεν εξαντλούνται με την αρχική δήλωση, καθώς οι φορολογικές αρχές έχουν τη δυνατότητα να επανεξετάζουν τα δεδομένα και να αναζητούν πρόσθετα στοιχεία που επηρεάζουν τον τελικό φόρο.

Η υπόθεση αφορούσε κληρονομιά που γεννήθηκε το 2019 και τέθηκε στο μικροσκόπιο της ΑΑΔΕ έπειτα από φορολογικό έλεγχο. Οι ελεγκτικές αρχές εντόπισαν περιουσιακά στοιχεία που δεν είχαν δηλωθεί από τους κληρονόμους, καθώς και χρηματικό ποσό που προερχόταν από πώληση ακινήτου λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατο του κληρονομούμενου. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν δηλωθεί προηγούμενες γονικές παροχές προς τον προσφεύγοντα, γεγονός που οδήγησε σε νέο προσδιορισμό του φόρου κληρονομιάς και στην επιβολή πρόσθετου φόρου και προστίμου. Ο φορολογούμενος προσέφυγε στη ΔΕΔ, υποστηρίζοντας ότι οι νεότερες ευνοϊκές διατάξεις για τις γονικές παροχές θα έπρεπε να εφαρμοστούν και στη δική του περίπτωση, καθώς και ότι μέρος των χρημάτων από την πώληση του ακινήτου είχε ήδη αναλωθεί πριν από τον θάνατο του διαθέτη. Ωστόσο, η προσφυγή απορρίφθηκε στο σύνολό της.

Το πρώτο «δίδαγμα» της υπόθεσης είναι ότι η φορολογική διοίκηση διαθέτει πλέον εκτεταμένες δυνατότητες διασταύρωσης στοιχείων. Η ύπαρξη αδήλωτων περιουσιακών στοιχείων ή η παράλειψη αναφοράς προηγούμενων μεταβιβάσεων μπορεί να οδηγήσει σε επανυπολογισμό του φόρου ακόμη και χρόνια μετά τη γένεση της φορολογικής υποχρέωσης.

Η απόφαση στέλνει επίσης σαφές μήνυμα αναφορικά με τις γονικές παροχές. Η εφαρμογή ευνοϊκότερων φορολογικών διατάξεων δεν μπορεί να γίνει αναδρομικά, εφόσον ο νόμος προβλέπει ότι ο φόρος κληρονομιάς υπολογίζεται με βάση το καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου. Η μεταγενέστερη αλλαγή της νομοθεσίας δεν δημιουργεί δικαίωμα επανυπολογισμού με ευνοϊκότερους όρους.

Εξίσου σημαντικό είναι το συμπέρασμα που προκύπτει για τα χρηματικά ποσά που προέρχονται από εκποίηση περιουσιακών στοιχείων πριν από τον θάνατο. Η φορολογική διοίκηση θεωρεί ότι τα χρήματα αυτά εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας, εκτός εάν αποδειχθεί με συγκεκριμένα και επαρκή στοιχεία ότι είχαν ήδη δαπανηθεί όσο ο διαθέτης βρισκόταν εν ζωή.

Τέλος, η υπόθεση αναδεικνύει ότι το βάρος της απόδειξης στις φορολογικές διαφορές πέφτει σε μεγάλο βαθμό στον φορολογούμενο. Η απλή αμφισβήτηση των ευρημάτων του ελέγχου ή η επίκληση γενικών ισχυρισμών δεν αρκούν για να ανατραπεί ένας φορολογικός καταλογισμός. Απαιτούνται έγγραφα, τραπεζικά παραστατικά και συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν κάθε ισχυρισμό.