Η σύλληψη Μαδούρο και η επέμβαση στη Βενεζουέλα αποκαλύπτουν, σύμφωνα με τον Guardian, το τέλος κάθε προσποίησης σεβασμού στο Διεθνές Δίκαιο.
Μια ζοφερή σύγκριση με το παρελθόν επιχειρεί σε ανάλυσή του ο Guardian, με αφορμή τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και τη στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα, υπογραμμίζοντας ότι ακόμη και οι πόλεμοι στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν μοιάζουν σήμερα να συνοδεύονταν από μεγαλύτερη –έστω προσχηματική– προσπάθεια νομιμοποίησης.
Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, «δεν φανταζόταν κανείς ότι θα ερχόταν η στιγμή να κοιτάξει πίσω στον πόλεμο στο Ιράκ και τις ξένες εισβολές “κατά της τρομοκρατίας” γενικότερα και να νιώσει κάποια μορφή νοσταλγίας». Τότε, υπήρχαν τουλάχιστον συστηματικές απόπειρες να παρουσιαστούν μονομερείς επεμβάσεις και παράνομοι πόλεμοι ως αναγκαίοι για την παγκόσμια ασφάλεια ή ακόμη και ως ηθικό καθήκον, είτε για την «απελευθέρωση των γυναικών του Αφγανιστάν» είτε για να «απελευθερωθεί ο ιρακινός λαός».
Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, ο Guardian υποστηρίζει ότι η εικόνα είναι διαφορετική. Η σύλληψη του Μαδούρο και η κατάληψη της χώρας από τις ΗΠΑ δεν συνοδεύονται από καμία σοβαρή προσπάθεια να παρουσιαστούν ως κάτι πέρα από την απροκάλυπτη εξυπηρέτηση αμερικανικών συμφερόντων. Δεν ζητήθηκε έγκριση από διεθνείς ή εθνικούς θεσμούς, ούτε επιδιώχθηκε πολιτική συναίνεση από συμμάχους ή την κοινή γνώμη.
Χαρακτηριστικές θεωρούνται οι δημόσιες τοποθετήσεις Αμερικανών αξιωματούχων. «Ο Μαδούρο έκανε το λάθος του και το ανακάλυψε», δήλωσε ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, προσθέτοντας πως «Η Αμερική μπορεί να προβάλει τη βούλησή της οπουδήποτε, οποτεδήποτε». Από την πλευρά του, ο Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε ότι οι ΗΠΑ «θα διαχειριστούν τη Βενεζουέλα και θα έχουν παρουσία εκεί όσον αφορά το πετρέλαιο».
Οι κατηγορίες που αποδίδονται στον Μαδούρο, όπως «ναρκοτρομοκρατία» και «Συνωμοσία για Κατοχή Όπλων Μηχανών και Καταστροφικών Συσκευών κατά των Ηνωμένων Πολιτειών», σύμφωνα με την ανάλυση, δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν εισβολή ή απαγωγή αρχηγού κράτους και φαίνεται να μην αντιμετωπίζονται με συνέπεια ούτε από την ίδια την Ουάσινγκτον, καθώς άλλες υποθέσεις διακίνησης ναρκωτικών έχουν οδηγήσει σε αποφυλακίσεις.
Το βασικό μήνυμα που εκπέμπεται, σύμφωνα με τον Guardian, είναι η ανοιχτή περιφρόνηση προς την ιδέα ότι οι ενέργειες των ΗΠΑ υπόκεινται σε κανόνες δικαίου. Το πραξικόπημα στη Βενεζουέλα δεν παρουσιάζεται ως εφαρμογή του νόμου, αλλά ως απόδειξη ότι οι ΗΠΑ λειτουργούν οι ίδιες ως νόμος, χωρίς να λογοδοτούν σε κανέναν.
Η διεθνής αντίδραση χαρακτηρίζεται χλιαρή και επιφυλακτική. Δηλώσεις περί «παρακολούθησης της κατάστασης» από Ευρωπαίους ηγέτες και θεσμούς, όπως ο Κιρ Στάρμερ, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και η Κάγια Κάλας, αποφεύγουν να κατονομάσουν ρητά παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου. Παράλληλα, η καταδίκη του Μαδούρο συχνά συνδυάζεται με γενικόλογες αναφορές στην ανάγκη για «ειρηνική μετάβαση», χωρίς σαφή αναφορά σε ευθύνες.
Κατά τον Guardian, το επεισόδιο στη Βενεζουέλα σηματοδοτεί το τέλος κάθε προσποίησης ύπαρξης κανόνων που περιορίζουν την κατάληψη εδαφών ή την αλλαγή καθεστώτων. Σε ένα ήδη αποσταθεροποιημένο διεθνές περιβάλλον –από τη Μέση Ανατολή και τον Κόλπο έως την Ουκρανία και την Ταϊβάν– τέτοιες ενέργειες ενισχύουν την «αρπακτική επιθετικότητα» και δημιουργούν προηγούμενα.
Η σιωπή και η απουσία ουσιαστικών αντιδράσεων, καταλήγει η ανάλυση, δεν αποτελούν εγγύηση ασφάλειας, αλλά συμβάλλουν στην κατάρρευση των εύθραυστων φραγμών που συγκρατούσαν μια ήδη ασταθή παγκόσμια ειρήνη.
















