Ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά ήταν η ομιλία της Τζέσικα (Στεφανίας) Ντανάι, κόρης της Ενκελέιντα, της 40χρονης γυναίκας που έπεσε θύμα άγριας δολοφονίας από τον πρώην σύζυγό της στο Μενίδι.
Η τοποθέτησή της κοπέλας που η μητέρα της δολοφονήθηκε από τον πρώην σύντροφό της στο Μενίδι, έγινε στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Γυναικοκτονίες: 8+1 Ιστορίες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο», που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του αντιπροέδρου της πολιτικής ομάδας The Left και ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστα Αρβανίτη, σε συνεργασία με τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό «Γίνε Άνθρωπος».
«Είναι η πρώτη φορά που μιλάω δημόσια για τον θάνατο της μητέρας μου και για μένα αυτό δεν είναι εύκολο. Είναι όμως απαραίτητο. Ονομάζομαι Ντανάι-Τζέσικα ή αλλιώς Στεφανία και είμαι η κόρη της Ενκελέιντα. Σήμερα βρίσκομαι εδώ και μοιράζομαι την ιστορία μου μαζί σας και εκ μέρους του αδερφού μου. Η μητέρα μας ήταν μία αγωνίστρια. Πέρασε πολλές δυσκολίες στη ζωή της, όμως παρόλα αυτά δεν έχασε ποτέ το χαμόγελο και τη δύναμή της. Ήταν γεμάτη ενέργεια, γεμάτη όρεξη για ζωή. Ένα λαμπερό αστέρι, όπως την έλεγα», είπε αρχικά στη ομιλία της η 20χρονη κοπέλα με τρεμάμενη φωνή.
Η νεαρή περιέγραψε πως η μητέρα της είχε απευθυνθεί στις Αρχές για τις απειλές που δεχόταν, επισημαίνοντας ότι οι καταγγελίες από μόνες τους δεν προσφέρουν προστασία όταν δεν συνοδεύονται από ουσιαστική εκτίμηση κινδύνου και άμεσες παρεμβάσεις. Όπως ανέφερε, μόλις μία ημέρα πριν από τη δολοφονία είχε εκδικαστεί η υπόθεση στο πλαίσιο του αυτοφώρου.
«Την προηγούμενη ημέρα από τη δολοφονία της μητέρας μου, εκδικαζόταν το αυτόφωρο για την υπόθεσή της. Η μητέρα μου δεν ενημερώθηκε ποτέ. Δεν ήξερε ότι υπήρχε ενεργή δικαστική διαδικασία, δεν ήξερε τι είχε αποφασιστεί και αν εκείνος ήταν ελεύθερος», σημείωσε, προσθέτοντας ότι «πήγε να κοιμηθεί χωρίς να ξέρει ότι βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο, χωρίς να ξέρει ότι ήταν η τελευταία της μέρα».
Όπως τόνισε η κοπέλα για την μητερα της, «φοβόταν και το είπε πολλές φορές. Το είπε στην αστυνομία, το είπε στη δικαιοσύνη. Είχε καταγγείλει αυτόν τον άνθρωπο όχι μία, αλλά τρεις φορές», είπε. Σε αρκετές περιπτώσεις οι αστυνομικές Αρχές την καθησύχαζαν, λέγοντάς της πως «δεν χρειάζεται να κάνει μήνυση» και ότι απλώς θα καταγραφεί το περιστατικό.
«Βρίσκομαι εδώ όχι μόνο για τη μητέρα μου, αλλά για όλα τα παιδιά που έμειναν πίσω. Για τα παιδιά των γυναικών που κάποιος αποφάσισε να τους στερήσει τη ζωή» ήταν το μήνυμά της ενώ τόνισε ότι οι «καταγγελίες που δεν συνοδεύονται από αξιολόγηση κινδύνου δεν αρκούν για την προστασία των γυναικών», τόνισε ακόμη.
«Τα παιδιά των γυναικοκτονιών δεν είναι παράπλευρες απώλειες. Είναι και αυτά θύματα», είπε και τόνισε την ανάγκη να ενημερώνονται υποχρεωτικά τα θύματα σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, να θεσπιστούν κοινά ευρωπαϊκά πρωτόκολλα αξιολόγησης κινδύνου και να εφαρμόζονται άμεσα μέτρα προστασίας όταν υπάρχουν επανειλημμένες καταγγελίες, θεσμική και οικονομική στήριξη για τα παιδιά που μένουν πίσω, «ώστε κανένα παιδί να μη χρειαστεί να μεγαλώσει πρόωρα».



















