Σαφή αναφορά στο πλαίσιο που διέπει τον χρόνο εργασίας και ανάπαυσης στα δημόσια νοσοκομεία έκανε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, απαντώντας σε ερώτηση του Αντιπροέδρου της LEFT και ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Κώστα Αρβανίτη.
Η ερώτηση κατατέθηκε με αφορμή καταγγελία ειδικευόμενης ιατρού, σύμφωνα με την οποία κλήθηκε να πραγματοποιήσει συνεχόμενες 24ωρες εφημερίες επί πέντε ημέρες. Το περιστατικό επανέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα των ελλείψεων προσωπικού και των συνθηκών εργασίας στα δημόσια νοσοκομεία.
Στην απάντησή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραπέμπει στην Οδηγία 2003/88/ΕΚ, η οποία προβλέπει τουλάχιστον έντεκα συνεχόμενες ώρες ημερήσιας ανάπαυσης ανά εικοσιτετράωρο. Διευκρινίζει, επίσης, ότι ακόμη και στις περιπτώσεις όπου επιτρέπονται παρεκκλίσεις για νοσοκομειακές δομές, αυτές πρέπει να συνοδεύονται από ισοδύναμη αντισταθμιστική ανάπαυση, η οποία παρέχεται αμέσως μετά τον χρόνο εργασίας.
Ακολουθούν η ερώτηση του Κ. Αρβανίτη και η απάντηση της Επιτροπής:
Ερώτηση με αίτημα γραπτής απάντησης E-001778/2026/rev.1
προς την Επιτροπή
Άρθρο 144 του Κανονισμού
Κωνσταντίνος Αρβανίτης (The Left)
Θέμα: Εξαντλητικές εφημερίες στα νοσοκομεία του ΕΣΥ
Η υπόθεση εξαναγκασμού ειδικευόμενης ιατρού σε συνεχείς 24ωρες εφημερίες επί πέντε ημέρες1 επαναφέρει το ζήτημα της παραβίασης εκ μέρους της Ελλάδας του ενωσιακού δικαίου αναφορικά με τα όρια εργασίας και τις περιόδους ανάπαυσης των εργαζομένων στον τομέα υγείας και αναδεικνύει όχι μόνο την τεράστια υποστελέχωση και τις δυσμενείς και εξαντλητικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στους δημόσιους φορείς υγείας, αλλά και τους κινδύνους που εγκυμονούν τέτοιες πρακτικές για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζόμενων και των ασθενών.
Δεδομένων των προβλέψεων της οδηγίας 2003/88/ΕΚ, ερωτάται η Επιτροπή:
1. Θεωρεί ότι πρακτικές συνεχόμενων 24ωρων εφημεριών χωρίς επαρκή ανάπαυση συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο;
2. Πώς αξιολογεί τον κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια τόσο των εργαζομένων όσο και των ασθενών από τέτοιες πρακτικές;
3. Προτίθεται να διερευνήσει πιθανή παραβίαση της οδηγίας από την Ελλάδα (βλ. απόφαση ΔΕΕ C-180/2014);
—————————-
Απάντηση της εκτελεστικής αντιπροέδρου κ.Mînzatu
εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(29.6.2026)
Για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, η οδηγία 2003/88/ΕΚ1 για τον χρόνο εργασίας καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις για την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Κάθε εργαζόμενος δικαιούται ελάχιστη περίοδο ημερήσιας ανάπαυσης διάρκειας έντεκα συναπτών ωρών ανά εικοσιτετράωρο2. Παρόλο που επιτρέπονται παρεκκλίσεις από τον κανόνα αυτό για υπηρεσίες σχετικές με την υποδοχή, τη νοσηλεία και/ή την περίθαλψη που παρέχονται από νοσοκομεία ή παρόμοια ιδρύματα, οι παρεκκλίσεις αυτές θα πρέπει να αντισταθμίζονται με ισοδύναμη περίοδο ανάπαυσης3. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διευκρινίσει ότι η εν λόγω αντισταθμιστική ανάπαυση πρέπει να διαδέχεται άμεσα τον χρόνο εργασίας που υποτίθεται ότι πρέπει να αντισταθμίσει4.
Ο χρόνος εφημερίας, κατά τη διάρκεια του οποίου ο εργαζόμενος υποχρεούται να παραμένει στον χώρο εργασίας ή σε άλλον τόπο που καθορίζεται από τον εργοδότη, πρέπει να υπολογίζεται ως χρόνος εργασίας5. Στην περίπτωση που περιγράφεται, αν η εκτέλεση επαναλαμβανόμενων διαδοχικών εικοσιτετράωρων περιόδων εφημερίας δεν διακοπτόταν από έντεκα συναπτές ώρες ημερήσιας ανάπαυσης (ανά εικοσιτετράωρο), τότε η κατάσταση αυτή δεν ήταν σύμφωνη με την οδηγία 2003/88/ΕΚ, η οποία ισχύει για τους εργοδότες τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα. Η ευθύνη για τη διασφάλιση της ορθής και αποτελεσματικής εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας που μεταφέρει τις οδηγίες της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο εναπόκειται πρωτίστως στις αρμόδιες εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων, καθώς μόνο αυτές μπορούν να αξιολογούν τα πραγματικά περιστατικά σε μεμονωμένες περιπτώσεις.
Στο πλαίσιο του ρόλου της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, η Επιτροπή παρακολουθεί τη συμμόρφωση όλων των κρατών μελών με την οδηγία, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Εάν η Επιτροπή διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με παραβιάσεις της οδηγίας 2003/88/ΕΚ, μπορεί να προβεί σε κάθε ενέργεια που κρίνει αναγκαία, σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.















