Σε θετικό κλίμα διεξήχθη η συνάντηση που κράτησε περίπου μιάμιση ώρα, ανάμεσα στον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, ήταν μια ειλικρινής συζήτηση στην οποία τέθηκαν όλα τα ζητήματα που έχουν προκαλέσει διαφωνίες ανάμεσα στις δύο χώρες.
Οι δύο ηγέτες προχώρησαν σε επισκόπηση των διμερών σχέσεων και συμφώνησαν ότι η διατήρηση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις είναι προς όφελος των δύο χωρών, αλλά και της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Παράλληλα, συζητήθηκαν διεθνή και περιφερειακά ζητήματα με έμφαση στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή.
Στο περιεχόμενο της κοινής διακήρυξης που υπεγράφη, οι δυο ηγέτες αντάλλαξαν τον ελληνικό και τον τουρκικό φάκελο, όπως έγινε κι από πλευράς των υπουργείων.
Αυτό που αποτυπώνεται είναι η επιδίωξη και από τις δυο πλευρές να διατηρηθεί το «καλό κλίμα» που έχει οικοδομηθεί τα τελευταία δυόμισι χρόνια μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Σε αυτό ομονοούν και οι δυο πλευρές. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ανέδειξε το σημαντικό θέμα της μετανάστευσης, κάνοντας μάλιστα αναφορά και στο πρόσφατο τραγικό ναυάγιο στη Χίο.
Όσον αφορά στο διμερές εμπόριο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, και οι δύο ηγέτες αναφέρθηκαν στον νέο στόχο 10 δισ. ευρώ που έχουν θέσει.
Ωστόσο, επέλεξαν και οι δύο, από τη δική του πλευρά ο καθένας, να θέσουν τα καίρια ζητήματα που απασχολούν και σε επίπεδο πιο υψηλής διπλωματίας.
Συμφώνησαν στο κομμάτι να συνεχιστεί η συνεργασία για τον εκσυγχρονισμό των κρίσιμων διασυνοριακών οδικών και σιδηροδρομικών διαδρομών, αλλά εξέφρασαν και την αποφασιστικότητά τους προκειμένου να αξιολογηθούν, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη διακήρυξη, οι ευκαιρίες συνεργασίας και στον τομέα της ενέργειας, ιδίως για την ηλεκτρική ενέργεια και τις ανανεώσιμες πηγές. Στόχος είναι η ενίσχυση της περιφερειακής σταθερότητας.
Στο μεταξύ, υπάρχει η κοινή βούληση των δύο ηγετών για κοινή αντιμετώπιση, σε μια εποχή γεωπολιτικής ρευστότητας και ανατροπών στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών που δεν χωρά περαιτέρω εντάσεις, παρά τις όποιες δομικές διαφορές χωρίζουν τις δύο πλευρές του Αιγαίου.
Δεν ήταν δυνατόν ωστόσο σε μία συνάντηση διμερής, να μην υπάρχουν αιχμές και γωνίες. Αυτές οι αιχμές και οι γωνίες αποτυπώθηκαν τελικά, ρητά στις κοινές δηλώσεις των δύο ηγετών. Κάπου έμοιαζε με έναν παράλληλο μονόλογο, ο οποίος όμως ήταν προετοιμασμένος και από τους δύο.
Ο Ερντογάν έκανε λόγο για αλληλένδετα προβλήματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Μία διαφορά ξεκάθαρα από την πλευρά του κ. Μητσοτάκη, η οποία έρχεται, θα μπορούσε ενδεχομένως στο μέλλον, όπως είπε, να διευθετηθεί μέσω προσφυγής στη διεθνή δικαιοδοσία.
Από την άλλη, σημαντικό είναι το γεγονός πως ο πρωθυπουργός είπε έμμεσα ότι είναι η ώρα να αποσυρθεί το casus belli. Ο κ. Μητσοτάκης κινήθηκε ωστόσο σε ένα πλαίσιο πολύ προσεκτικά και διπλωματικά.
Ως προς τις μειονότητες, ο κ. Ερντογάν στην Αθήνα δεν είχε αναφερθεί σε τουρκική μειονότητα στη Δυτική Θράκη, αλλά είχε χρησιμοποιήσει έναν άλλο όρο για να δείξει ένα διαφορετικό πρόσωπο. Στην Άγκυρα ζήτησε να ωφεληθεί πλήρως η -όπως την αποκάλεσε «τουρκική μειονότητα της δυτικής Θράκης» από τις θρησκευτικές ελευθερίες και τις ελευθερίες στην εκπαίδευση.
«Ξέρετε καλά, κύριε Πρόεδρε, το έχουμε συζητήσει πολλές φορές, ότι το καθεστώς τους προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια από τη συνθήκη της Λωζάννης, η οποία προβλέπει ρητά ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική, αποκλείοντας κάθε άλλη παρερμηνεία. Αλλά θα ξαναπώ αυτό το οποίο είχα πει πριν από δύο χρόνια. Οι Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης ζουν αρμονικά με χριστιανούς συμπολίτες μας, βάσει των αρχών της ισονομίας και της ισοπολιτείας. Ενώ παράλληλα και στην Τουρκία, στην Κωνσταντινούπολη, πρωτίστως, η ελληνική μειονότητα, παρά δυστυχώς τη μεγάλη της συρρίκνωση, εξακολουθεί να εμπλουτίζει την κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Τουρκίας. Ας εργαστούμε λοιπόν για το πώς αυτές οι δύο μειονότητες μπορούν πράγματι να γίνουν γέφυρες φιλίας και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των λαών μας» ήταν η απάντηση του πρωθυποργού.
Ο κ. Μητσοτάκης ξεκάθαρα επανέλαβε τη θέση που είχε πει και στην Αθήνα, όπως και για το Κυπριακό ζήτημα, χαιρετίζοντας τις τελευταίες πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Από την άλλη, ο Ερντογάν αυτήν τη φορά δεν μίλησε για το κυπριακό ζήτημα.
Αν και έχει κάποια σημασία αυτό, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη και οι πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα μετά και την εκλογή της νέας ηγεσίας στα κατεχόμενα, δεν δείχνει ότι οι Τούρκοι είναι διατεθειμένοι να κάνουν τα απαραίτητα πίσω βήματα για να έχουμε πρόοδο και επανέναρξη των διαπραγματεύσεων.
Την ίδια στιγμή, θετικό πρόσημο δίνουν στη συνάντηση τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι ο Τούρκος πρόεδρος έκανε αναφορές που απασχολούν ιδιαίτερα την Τουρκία και την κοινή γνώμη τον τελευταίο καιρό.
Ποιες είναι αυτές; Είναι η Συρία, το Παλαιστινιακό και η τρομοκρατία. Είναι τα αγαπημένα θέματα του Τούρκου προέδρου, και αυτά που επιλέγει να αναδείξει το τελευταίο διάστημα.
Την ώρα μάλιστα που αναφερόταν στη Γάζα, έδωσε τον λόγο ουσιαστικά στον Έλληνα πρωθυπουργό να πάρει θέση για το θέμα της επέκτασης του Ισραήλ στη Δυτική Όχθη και να συμφωνήσει η Ελλάδα ότι στηρίζει κι εκείνη, ως μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ τη λύση των δυο κρατών.
Έχουν σημασία και οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν: «με αίσθημα ιστορικής ευθύνης να αντιμετωπίσουμε», είπε ο Τούρκος πρόεδρος, «τις μειονότητες». «Ως δύο γείτονες και σύμμαχοι, πιστεύω ότι από τα βάθη της καρδιάς μου, σε ανοιχτούς διαλόγους και συνεργασίες, ένα εγκάρδιο και ζεστό κλίμα και σε ήρεμους τόνους», πρόσθεσε.















