Τις τραγικές λεπτομέρειες της μαύρης μέρας της εκτέλεσης των «200» στην Καισαριανή – με αφορμή τις φωτογραφίες ντοκουμέντα που ανέβηκαν στο ebay – έδωσε με μια συγκλονιστική περιγραφή ο 92χρονος, Τάσος Χατζηαναστασίου, ο οποίος τότε ήταν 10 χρονών και είδε μπροστά του να ξετυλίγεται η φρίκη και η θηριωδία των Γερμανών.
«Ήμουν πιτσιρίκος, 10 ετών ήμουν τότε. Εγώ θυμάμαι ότι η Καισαριανή ήταν ανάστατη από τα καμιόνια των Γερμανών, ανεβαίνανε στους δρόμους της Καισαριανής και πηγαίνανε μαζί με Έλληνες πατριώτες στο σκοπευτήριο για εκτέλεση. Εμείς σαν νεαρά παιδάκια που ήμασταν αρχίζαμε και τρέχαμε και κυνηγάγαμε τα καμιόνια από πίσω. Τρέχαμε πίσω από αυτά και βλέπαμε και ορισμένα χέρια να βγαίνουν από τα αυτοκίνητα και να πετάνε χαρτάκια» είπε ο κ. Χατζηαναστασίου περιγράφοντας όσα δείχνουν οι φωτογραφίες ντοκουμέντα. «Αλλά εμείς δεν ξέραμε, σαν παιδάκια που ήμασταν τότε, καμιά δεκαριά παιδιά, ήμασταν και τρέχαμε, γιατί τα μεγαλύτερα παιδιά αυτά που ήταν 15-16, 20 χρονών, φεύγανε από την Καισαριανή και πηγαίνανε στους πρόποδες του Υμηττού. Εκεί ήταν ο “Αράπης”, και κρυβόντουσαν εκεί, για να μην τους σκοτώσουν οι Γερμανοί. Και όταν φεύγανε οι Γερμανοί γυρίζανε πίσω», είπε αρχικά ο κ. Χατζηαναστασίου.
Όταν ρωτήθηκε πώς αισθάνθηκε αντικρίζοντας τα συγκλονιστικά ντοκουμέντα που είδαν το φως της δημοσιότητας, απάντησε: «Συγκινήθηκα πάρα πολύ, τα είδα στην τηλεόραση, στις φωτογραφίες, βέβαια δεν θυμόμουνα πρόσωπα και πράγματα γιατί ήμουνα παιδί τότε. Αλλά θυμάμαι όλα τα άλλα».
Για τα σημειώματα που πετούσαν οι άνθρωποι που πήγαιναν για εκτέλεση με την ελπίδα να διαβαστούν από τους δικούς τους ανθρώπους, ο κ. Χατζηαναστασίου είπε «Εμείς δεν ξέραμε τι ήταν αυτά, ήμασταν παιδάκια τότε».
«Αφού φτάνανε τα καμιόνια στις πόρτες του σκοπευτηρίου εμείς φεύγαμε και πηγαίναμε στον τοίχο, γιατί ξέραμε ότι θα τους εκτελέσουνε. Ήμασταν παιδιά βέβαια, αλλά αυτό το γνωρίζαμε, γιατί είχαν εκτελέσει κι άλλους. Πιτσιρίκια 10 ετών, άλλος 11 και άλλος 9 ετών, πήγαμε και ανεβήκαμε στη μάντρα και βλέπαμε μέσα.
Δεν είχαμε την αίσθηση του φόβου. Ήταν 5-6 Γερμανοί κάτω ξαπλωμένοι και ήταν ένας αξιωματικός από πάνω τους και τους έδινε εντολές. Και βάζανε 20, 10, 15 δικούς μας Έλληνες, και τους σκοτώνανε. Έδινε εντολή ο αξιωματικός στα γερμανικά, και αυτοί είχαν πολυβόλα. Ήταν ξαπλωμένοι αυτοί κάτω με τα πολυβόλα και καθάριζαν. Σύμφωνα με τις εντολές που τους δίνανε».
«Μετά παίρναμε τις σφαίρες και τα μολύβια. Είχε πάρα πολλά μολύβια γιατί έρχονταν κάθε μέρα αυτοί και σκότωναν τον κόσμο. Σαν πιτσιρίκια που είμαστε τα μαζεύαμε και πηγαίναμε και τα πουλάγαμε. Κόσμο δεν είχε εκεί γιατί οι μεγάλοι λείπανε, φεύγανε. Είχε μόνο γυναίκες. Η μητέρα μου με έψαχνε» είπε ο κ. Χατζηαναστασίου.
«Την ώρα που τους εκτελούσανε τους ανθρώπους, τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο και φώναζαν ΕΛΑΣ-ΕΛΑΣ», είπε τέλος ο κύριος Χατζηαναστασίου στη συγκλονιστική του μαρτυρία στο OPEN.




















