Σφοδρή κριτική για τον πόλεμο στο Ιράν δέχθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ σε κλειστή συνάντηση με Ρεπουμπλικανούς βουλευτές και γερουσιαστές, λίγες ώρες πριν η κυβέρνησή του ζητήσει από το Κογκρέσο δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για την κάλυψη του κόστους της σύγκρουσης.
Σύμφωνα με Ρεπουμπλικανούς που συμμετείχαν στη συνεδρίαση, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε έντονη λεκτική αντιπαράθεση με τον γερουσιαστή Μπιλ Κάσιντι, ο οποίος ζήτησε περισσότερες εξηγήσεις για το πλαίσιο συμφωνίας που υπέγραψε ο Τραμπ με το Ιράν την περασμένη εβδομάδα.
Ο Κάσιντι υποστήριξε ότι η συμφωνία προσφέρει οικονομικά κίνητρα στην Τεχεράνη, χωρίς να έχει επιτύχει μέχρι στιγμής τους στόχους που είχε θέσει ο Λευκός Οίκος κατά την έναρξη του πολέμου.
«Ο αμερικανικός λαός πρέπει να γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα του λένε», δήλωσε στους δημοσιογράφους. «Δεν φαίνεται, αν και δεν μπορώ να το γνωρίζω με βεβαιότητα, ότι τα πράγματα εξελίσσονται όπως μας είχαν παρουσιάσει».
Η σύγκρουση βαραίνει πολιτικά τον Τραμπ
Η αντιπαράθεση με μέλος του ίδιου του κόμματός του ανέδειξε για ακόμη μία φορά την πολιτική πίεση που ασκεί ο πόλεμος στον Τραμπ, λίγους μήνες πριν από τις εκλογές του Νοεμβρίου που θα καθορίσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos έδειξε ότι μόλις ένας στους τέσσερις Αμερικανούς θεωρεί πως ο πόλεμος άξιζε το κόστος του, ενώ η δημοτικότητα του Τραμπ βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από την επιστροφή του στην προεδρία.
Η ένταση σημειώθηκε μία ημέρα μετά την ψήφο της Γερουσίας υπέρ του τερματισμού της αμερικανικής εμπλοκής στον πόλεμο, σε μια κίνηση με κυρίως συμβολικό χαρακτήρα. Ο Κάσιντι ήταν ένας από τους τέσσερις Ρεπουμπλικανούς που συντάχθηκαν με τους Δημοκρατικούς.
Ο Τραμπ δεν αναφέρθηκε δημοσίως στην αντιπαράθεσή του με τον γερουσιαστή, επέκρινε όμως αργότερα την απόφαση της Γερουσίας.
«Το βλέπει το Ιράν και λέει “τι είναι αυτό;”. Ξέρετε, βέβαια, ότι δεν έχει καμία σημασία», δήλωσε στον Λευκό Οίκο.
Νέο αίτημα 70 δισ. δολαρίων
Λίγες ώρες αργότερα, η αμερικανική κυβέρνηση ζήτησε από το Κογκρέσο επιπλέον 70 δισ. δολάρια για τη χρηματοδότηση του πολέμου.
Το ποσό έρχεται να προστεθεί στον ήδη εγκεκριμένο στρατιωτικό προϋπολογισμό των Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος ανέρχεται σε 867 δισ. δολάρια.
Το νέο αίτημα αναμένεται να εντείνει τη συζήτηση για το πραγματικό οικονομικό κόστος της σύγκρουσης, σε μια περίοδο κατά την οποία αυξάνονται οι αμφιβολίες για τα αποτελέσματα της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στην Τεχεράνη.
Υποχώρησαν οι τιμές του πετρελαίου
Η αρχική συμφωνία ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν οδήγησε σε χαλάρωση των περιορισμών στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ, επιτρέποντας στα πλοία να επιστρέψουν σταδιακά στη στρατηγική θαλάσσια οδό.
Από τα Στενά διέρχεται σε συνθήκες ειρήνης περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων ποσοτήτων πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Καθώς οι ανησυχίες για την προσφορά υποχώρησαν, οι διεθνείς τιμές αναφοράς του πετρελαίου έπεσαν την Τετάρτη στα χαμηλότερα επίπεδα από την περίοδο πριν από την έναρξη του πολέμου.
Η αποκλιμάκωση στις αγορές, ωστόσο, δεν έχει εξαλείψει τις σοβαρές διαφωνίες γύρω από το περιεχόμενο της συμφωνίας.
Ανοιχτές διαφωνίες για τη συμφωνία
Οι δύο πλευρές έχουν παρουσιάσει διαφορετικές εκδοχές για βασικά σημεία του πλαισίου, μεταξύ των οποίων τα οικονομικά ανταλλάγματα προς το Ιράν, οι επιθεωρήσεις των πυρηνικών εγκαταστάσεων, ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ και ο πόλεμος του Ισραήλ στον Λίβανο.
Οι διαφωνίες αυτές αναδεικνύουν την ευθραυστότητα της συμφωνίας, η οποία προβλέπει περίοδο διαπραγματεύσεων 60 ημερών για τα δυσκολότερα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένου του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης.
Επιφυλάξεις στη Μέση Ανατολή
Το προτεινόμενο πλαίσιο ειρήνης αντιμετωπίζεται με δυσπιστία και από αρκετές χώρες της Μέσης Ανατολής, πολλές από τις οποίες δέχθηκαν ιρανικά πλήγματα κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Κράτη της περιοχής θεωρούν ότι η συμφωνία είναι υπερβολικά γενναιόδωρη προς την Τεχεράνη, καθώς περιλαμβάνει τη δημιουργία ταμείου ανοικοδόμησης ύψους 300 δισ. δολαρίων και τη χαλάρωση ορισμένων κυρώσεων.
Οι σύμμαχοι της Ουάσινγκτον στον Κόλπο φοβούνται ότι μέρος των κεφαλαίων θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από το Ιράν για την ανασυγκρότηση των στρατιωτικών του δυνατοτήτων. Παράλληλα, η συμφωνία δεν περιλαμβάνει περιορισμούς στο βαλλιστικό πυραυλικό πρόγραμμα της χώρας.
Νέα σύγκρουση για τα τέλη στα Στενά
Η συμφωνία προβλέπει ότι το Ιράν θα επιτρέψει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ για 60 ημέρες. Η Τεχεράνη έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιβάλει τέλη μετά τη λήξη αυτής της περιόδου.
Διπλωματική πηγή που έχει ενημερωθεί για τις συνομιλίες ανέφερε ότι το Ιράν ενδέχεται να προτείνει περιβαλλοντικά τέλη, τέλη ναυσιπλοΐας και χρεώσεις ασφαλείας στις επικείμενες διαπραγματεύσεις με τα κράτη του Κόλπου.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους στην περιοχή αντιτίθενται σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
«Δεν πρόκειται να κάνουμε τίποτα που θα υπονομεύει την ασφάλεια των συμμάχων μας, των μακροχρόνιων συμμάχων μας στην περιοχή», δήλωσε ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο από την Πόλη του Κουβέιτ.
Η αμερικανική πρεσβεία στο Κουβέιτ επανέλαβε τη λειτουργία της έπειτα από πολύμηνη διακοπή εξαιτίας του πολέμου.
Δεν υποχωρεί το Ισραήλ από τον Λίβανο
Την ίδια ώρα, Ισραήλ και Λίβανος συζήτησαν στην Ουάσινγκτον αμερικανική πρόταση που προβλέπει την αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων από μέρος των εδαφών που κατέλαβαν κατά τη διάρκεια του πολέμου και την παράδοσή τους στον έλεγχο του λιβανικού στρατού.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι το Ισραήλ δεν προτίθεται να αποσύρει τις δυνάμεις του από την περιοχή.
Οι συγκρούσεις ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Χεζμπολάχ συνεχίζονται από τις 2 Μαρτίου, όταν η λιβανική οργάνωση επιτέθηκε στο Ισραήλ δηλώνοντας ότι ενεργεί σε υποστήριξη του Ιράν.
Η Τεχεράνη έχει θέσει τον τερματισμό των εχθροπραξιών στον Λίβανο ως βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ισραηλινό πλήγμα με μη επανδρωμένο αεροσκάφος σε αυτοκίνητο στον νότιο Λίβανο σκότωσε τουλάχιστον δύο ανθρώπους την Τετάρτη, σύμφωνα με λιβανικές πηγές. Το Ισραήλ ανακοίνωσε ότι έπληξε δύο ένοπλα μέλη της Χεζμπολάχ, χωρίς να είναι σαφές αν οι δύο πλευρές αναφέρονταν στο ίδιο περιστατικό.
















