Η Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ ενέκρινε την Πέμπτη νομοσχέδιο που προβλέπει νέα στήριξη προς την Ουκρανία και την επιβολή κυρώσεων σε βασικούς τομείς της ρωσικής οικονομίας, παρά τις αντιδράσεις της ηγεσίας των Ρεπουμπλικανών, η οποία υποστήριξε ότι το μέτρο θα μπορούσε να υπονομεύσει τις διαπραγματεύσεις για την επίτευξη μιας πιο ισχυρής συμφωνίας.
Το νομοσχέδιο εγκρίθηκε με 226 ψήφους υπέρ και 195 κατά, σε μια εξέλιξη που αντανακλά την αυξανόμενη δυσαρέσκεια βουλευτών απέναντι στη στρατηγική του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Πρόκειται για τη δεύτερη σημαντική διαφοροποίηση της Βουλής από τη γραμμή του Τραμπ σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής μέσα στην ίδια εβδομάδα. Την προηγούμενη ημέρα, το Σώμα είχε εγκρίνει για πρώτη φορά ψήφισμα περί πολεμικών εξουσιών, με στόχο τον περιορισμό αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν.
Η νομοθετική πρωτοβουλία, που κατατέθηκε από τον Δημοκρατικό βουλευτή Γκρέγκορι Μικς, προβλέπει περισσότερα από 1 δισεκατομμύριο δολάρια σε βοήθεια για την ασφάλεια και την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας. Παράλληλα, προβλέπεται η δυνατότητα χορήγησης επιπλέον 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσω δανείων για την ενίσχυση της ουκρανικής άμυνας.
Οι υποστηρικτές του νομοσχεδίου κατάφεραν να το φέρουν προς ψήφιση συγκεντρώνοντας 218 υπογραφές μέσω της διαδικασίας της «discharge petition», ενός κοινοβουλευτικού μηχανισμού που επιτρέπει στην πλειοψηφία των μελών της Βουλής να παρακάμψει την ηγεσία και να προωθήσει νομοθετικές πρωτοβουλίες.
Ο Γκρέγκορι Μικς δήλωσε ότι το βασικό ερώτημα είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βοηθήσουν την Ουκρανία να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος ή αν θα επιτρέψουν στη Ρωσία να εξαντλήσει την αμερικανική υποστήριξη.
«Όλοι θέλουμε να τελειώσει αυτός ο πόλεμος. Το ζήτημα είναι με ποιον τρόπο. Θα εγκαταλείψουμε την Ουκρανία και θα την εξαναγκάσουμε σε μια δυσμενή συμφωνία; Αυτό ακριβώς περιμένει ο Βλαντίμιρ Πούτιν. Ή θα τηρήσουμε τις δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει από την αρχή της σύγκρουσης;», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η συντριπτική πλειονότητα των Ρεπουμπλικανών καταψήφισε το μέτρο. Ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, Μπράιαν Μαστ, υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο αποτελεί ουσιαστικά «εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης απέναντι στον πρόεδρο Τραμπ».
«Κατά την άποψή μου, πρόκειται για ένα μη σοβαρό νομοσχέδιο, το οποίο έχει σχεδιαστεί εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο», δήλωσε.
Από την άλλη πλευρά, ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Ντον Μπέικον διαφοροποιήθηκε από το κόμμα του και τάχθηκε υπέρ της πρωτοβουλίας.
«Το ερώτημα είναι αν θα σταθούμε στο πλευρό του καλού ή του κακού. Αυτό κρίνεται απόψε», ανέφερε.
Οι υποστηρικτές του νομοσχεδίου εκτιμούν ότι η έγκρισή του από τη Βουλή θα αυξήσει την πίεση προς τη Γερουσία ώστε να προχωρήσει επίσης στην ψήφισή του. Ωστόσο, αναγνωρίζουν ότι δύσκολα θα συγκεντρωθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία των 60 ψήφων χωρίς τη δημόσια στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ.
Ο βουλευτής Μπράιαν Φιτζπάτρικ, που υπέγραψε την αίτηση προώθησης του νομοσχεδίου, δήλωσε ότι ακόμη κι αν δεν εγκριθεί τελικά από τη Γερουσία, η ψηφοφορία στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα τόσο προς την Ουκρανία όσο και προς τη Ρωσία.
«Δείχνουμε ότι εξακολουθούμε να ενδιαφερόμαστε για την Ουκρανία και ότι είμαστε διατεθειμένοι να αξιοποιήσουμε τις αρμοδιότητές μας για να τη στηρίξουμε», σημείωσε.
Καθώς ο πόλεμος παρατείνεται, η εξασφάλιση νέων πακέτων χρηματοδότησης για το Κίεβο γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη στο Κογκρέσο. Σύμφωνα με την τελευταία τριμηνιαία έκθεση του γενικού επιθεωρητή της επιχείρησης Atlantic Resolve, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εγκρίνει συνολικά περίπου 195 δισεκατομμύρια δολάρια για την αντιμετώπιση των συνεπειών του πολέμου στην Ουκρανία, με περίπου το ένα τέταρτο του ποσού να έχει διατεθεί για την αναπλήρωση των αποθεμάτων οπλισμού του αμερικανικού στρατού. Η τελευταία μεγάλη νομοθετική πρωτοβουλία υπέρ της Ουκρανίας είχε εγκριθεί τον Απρίλιο του 2024, ενώ έκτοτε έχουν περιληφθεί μόνο περιορισμένα κονδύλια στους ετήσιους προϋπολογισμούς.
Τι περιλαμβάνει η πρόταση νόμου
Στο σκέλος που αφορά τη Ρωσία, το νομοσχέδιο προβλέπει ένα εκτεταμένο πλαίσιο μέτρων εις βάρος κρατικών και οικονομικών φορέων της χώρας. Στο στόχαστρο μπαίνουν κορυφαία στελέχη της ρωσικής ηγεσίας, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις του ενεργειακού τομέα και εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην εξόρυξη φυσικών πόρων.
Παράλληλα, προτείνεται η επιβολή εξαιρετικά υψηλών τελωνειακών επιβαρύνσεων, της τάξης του 500%, σε προϊόντα ρωσικής προέλευσης που εισέρχονται στην αμερικανική αγορά, ενώ προβλέπεται και πλήρης διακοπή των εισαγωγών ρωσικού αργού πετρελαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Από την άλλη πλευρά, το σχέδιο νόμου ενισχύει σημαντικά την αμερικανική υποστήριξη προς το Κίεβο. Προβλέπεται η διάθεση στρατιωτικού εξοπλισμού αξίας 8 δισ. δολαρίων μέσω σχετικών συμβάσεων πώλησης, καθώς και η συνέχιση του μηχανισμού δανεισμού και παραχώρησης αμυντικού υλικού που είχε τεθεί σε εφαρμογή κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τζο Μπάιντεν.



















