Η Washington Post αποκαλύπτει πως η απόφαση του Αμερικανού προέδρου να μην επιτεθεί ξανά στο Ιράν συνδέθηκε με την ακύρωση των απαγχονισμών διαδηλωτών και με μια σειρά διπλωματικών και στρατιωτικών παραμέτρων.
Την Τετάρτη 14/1/2026 (ώρα Ελλάδας), η Μέση Ανατολή, η Ουάσινγκτον και η Ευρώπη ήταν βέβαιες ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα επέλεγε να “τιμωρήσει” την ηγεσία του Ιράν με στρατιωτική επίθεση. Ωστόσο, όπως αποκαλύπτει η Washington Post, ο Αμερικανός πρόεδρος αναθεώρησε την απόφασή του την τελευταία στιγμή, αφού πληροφορήθηκε την ακύρωση των απαγχονισμών εκατοντάδων διαδηλωτών στη Τεχεράνη.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Τραμπ δεν είχε δώσει εντολή για άμεση επίθεση, αλλά οι κορυφαίοι σύμβουλοι ασφαλείας του περίμεναν ότι η απόφαση θα άλλαζε. Εκείνη την ημέρα, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε ότι το αντιτορπιλικό USS Roosevelt είχε εισέλθει στον Περσικό Κόλπο, γεγονός που προκάλεσε άμεση κινητοποίηση των συμμάχων. Πλοία, αεροσκάφη και βάσεις στην περιοχή τέθηκαν σε ετοιμότητα, ενώ πρεσβείες στο Ιράν έκλεισαν.
Ο Τραμπ, πάντως, είχε ήδη υποσχεθεί “βοήθεια” στους Ιρανούς διαδηλωτές, ενθαρρύνοντάς τους να συνεχίσουν παρά την καταστολή. Παρότι πολλοί θεώρησαν ότι αυτό σήμαινε στρατιωτική παρέμβαση, ο ίδιος φέρεται να ήθελε αρχικά να ασκήσει πίεση στο Ιράν με πολιτικά και διπλωματικά μέσα.
Το σημείο καμπής ήρθε με το μήνυμα που έλαβε από τον Στιβ Ουίτκοφ σχετικά με την ακύρωση των εκτελέσεων περίπου 800 διαδηλωτών. Αυτό, σε συνδυασμό με τις στρατιωτικές προετοιμασίες και τις διπλωματικές πιέσεις, φαίνεται πως έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην τελική απόφαση.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το Πεντάγωνο εξέφρασε ανησυχίες για την επάρκεια πυρομαχικών στη Μέση Ανατολή, ειδικά μετά τις επιθέσεις πλοίων στην Καραϊβική. Παράλληλα, το Ισραήλ είχε εξαντλήσει μεγάλο μέρος των αντιπυραυλικών του, ενώ σύμμαχοι όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και η Αίγυπτος ζήτησαν από τις ΗΠΑ αυτοσυγκράτηση και διπλωματία, φοβούμενοι ευρύτερη αναταραχή.
Πολλοί αξιωματούχοι φέρονται να εκτιμούσαν ότι μια επίθεση στο Ιράν θα ήταν κακοσχεδιασμένη, θα προκαλούσε οικονομικές αναταράξεις και θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερο πόλεμο, με απειλή για τους 30.000 Αμερικανούς στρατιώτες στην περιοχή.
Η υπόθεση απέδειξε πως ο Τραμπ βρέθηκε αντιμέτωπος με μια αδυσώπητη ανάλυση κόστους-οφέλους: “Θα οδηγούσε μια επίθεση σε αλλαγή καθεστώτος; Η απάντηση είναι σαφώς ‘όχι’”, ανέφερε άτομο κοντά στην αμερικανική κυβέρνηση, τονίζοντας ότι η αρνητική επίδραση οποιασδήποτε επίθεσης υπερείχε του οφέλους.
Στο παρασκήνιο, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς φέρεται να υποστήριζε την επίθεση, ενώ ο Στιβ Ουίτκοφ προέκρινε την αποφυγή νέου γύρου επιθέσεων. Σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Κόλπο, όπως η Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ, το Κατάρ και το Ομάν, πιέζουν για διπλωματικές επιλογές, προειδοποιώντας για συνέπειες στην ασφάλεια και την οικονομία.
Ο Σαουδάραβας πρίγκιπας Mohammed bin Salman φέρεται να τηλεφώνησε στον Τραμπ, ζητώντας αυτοσυγκράτηση, ενώ το Ισραήλ, μέσω του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, φέρεται να μην ήταν έτοιμο να υποστηρίξει μια νέα αμερικανική επίθεση.
Η ιστορία έκλεισε με μια ασαφή, αλλά ξεκάθαρη προειδοποίηση: ο Τραμπ διατήρησε “πολλές επιλογές στο τραπέζι”, ενώ οι σύμμαχοι και οι διπλωματικές πιέσεις φαίνεται πως έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο να μην ανοίξει νέος κύκλος στρατιωτικής κλιμάκωσης.


















