Άρθρο του Κώστα Αρβανίτη, αντιπροέδρου The Left/ΣΥΡΙΖΑ
Δύο υποθέσεις, σε δύο διαφορετικές χώρες, φωτίζουν με τον πιο σκοτεινό τρόπο τι σημαίνει στην πράξη να χαρακτηρίζονται «ασφαλείς» χώρες που δεν εγγυώνται ούτε τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα.
Στην πρώτη περίπτωση ο Γιάννης-Βασίλης Γιαϊλαλί: Τούρκος πολίτης ποντιακής καταγωγής και ακτιβιστής υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θρησκευτικών ελευθεριών και της μνήμης του ποντιακού ελληνισμού. Βρίσκεται αντιμέτωπος με τον κίνδυνο απέλασης στην Τουρκία μετά την εκ νέου απόρριψη του αιτήματός του για πολιτικό άσυλο. Εχει ήδη βιώσει τη φυλακή και τις διώξεις από το καθεστώς Ερντογάν εξαιτίας της δράσης και των δημόσιων τοποθετήσεών του. Η επιστροφή του σε μια χώρα όπου χιλιάδες αντιφρονούντες, δημοσιογράφοι, μέλη μειονοτήτων και υπερασπιστές των δικαιωμάτων κρατούνται ή διώκονται συστηματικά δεν αποτελεί απλώς μια διοικητική πράξη. Συνιστά συνειδητή έκθεση ενός ανθρώπου σε άμεσο κίνδυνο φυλάκισης και πολιτικής δίωξης.
Την ίδια στιγμή στο Μαρόκο μια γυναίκα -η Ιμπτισάμε «Μπέτι» Λάχγκαρ- κρατείται σε συνθήκες απομόνωσης έχοντας καταδικαστεί επειδή προχώρησε σε άμβλωση, ενώ παράλληλα πάσχει από καρκίνο των οστών και στερείται την αναγκαία ιατρική περίθαλψη. Το σώμα της καταστρέφεται από την ασθένεια και οι γιατροί προειδοποιούν για μη αναστρέψιμες βλάβες, την ώρα που το κράτος επιλέγει να τη διατηρεί στη φυλακή τιμωρώντας την όχι μόνο για μια προσωπική επιλογή, αλλά και για τη δημόσια δράση της στον φεμινιστικό και τον κοινωνικό ακτιβισμό. Η υπόθεσή της αποτελεί μια σκληρή υπενθύμιση ότι σε ορισμένα καθεστώτα, τα δικαιώματα των γυναικών, η σωματική αυτονομία και η ελευθερία της έκφρασης παραμένουν υπό διωγμό.
Οι δύο αυτές περιπτώσεις δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Υποδηλώνουν με ωμό τρόπο τι είδους καθεστώτα είναι σήμερα η Τουρκία και το Μαρόκο. Και όμως είναι δύο από τις χώρες που η ευρωπαϊκή Δεξιά, σε σύμπραξη με την Ακροδεξιά, έσπευσε να χαρακτηρίσει «ασφαλείς τρίτες χώρες», υπερψηφίζοντας διατάξεις που ανοίγουν τον δρόμο για απόρριψη αιτήσεων ασύλου με βάση τη χώρα καταγωγής και για ταχεία διαδικασία απέλασης ακόμη και σε κράτη που οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να μην έχουν καν διασχίσει ταξιδεύοντας προς την Ευρώπη.
Η περίπτωση του Γιαϊλαλί δείχνει τι σημαίνει στην πράξη μια τέτοια πολιτική: ένας διωκόμενος ακτιβιστής κινδυνεύει να επιστραφεί σε ένα καθεστώς που τον έχει ήδη φυλακίσει χωρίς αξιόπιστες διαδικασίες. Η περίπτωση της Μπέτι αποκαλύπτει τι μπορεί να σημαίνει η επιστροφή ανθρώπων σε χώρες όπου οι γυναίκες τιμωρούνται για τις επιλογές τους και όπου ακόμη και η πρόσβαση σε θεραπεία μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο πίεσης και τιμωρίας. Οταν η Ευρώπη χαρακτηρίζει τέτοιες χώρες «ασφαλείς», η ίδια η έννοια της ασφάλειας χάνει το πραγματικό της περιεχόμενο.
Φυλακίσεις αντιφρονούντων, περιορισμοί στην ελευθερία του λόγου, διώξεις μειονοτήτων, ποινικοποίηση προσωπικών και de facto ακίνδυνων κοινωνικών και πολιτικών επιλογών: οι ευρωπαϊκές εκθέσεις και οι διεθνείς οργανισμοί έχουν επανειλημμένα τεκμηριώσει αυτές τις αποκλίσεις από τις αρχές του κράτους δικαίου και της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η πολιτική των «ασφαλών τρίτων χωρών» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας μηχανισμός υπονόμευσης και σταδιακής κατάργησης του ίδιου του δικαιώματος στο άσυλο. Στην πράξη σημαίνει ότι ένας άνθρωπος μπορεί να φυλακιστεί για τις ιδέες του και τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, μια γυναίκα μπορεί να αφεθεί να πεθάνει χωρίς θεραπεία επειδή άσκησε το αυτονόητο δικαίωμα στο σώμα της και χιλιάδες ακόμη ιστορίες καταπιεσμένων ανθρώπων να επιστρέφουν στους ίδιους τους διώκτες τους.
Οι υποθέσεις αυτές θέτουν ένα βαθύτερο πολιτικό και ηθικό ζήτημα για την κατεύθυνση που επιλέγει η Ευρώπη. Η ασφάλεια της Ευρώπης δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στη συντριβή των ανθρώπων, στην αποδόμηση του δικαιώματος στο άσυλο και στην ανοχή απέναντι σε απολυταρχικά και θεοκρατικά καθεστώτα. Μια Ευρώπη που θέλει να παραμένει πιστή στις αξίες της οφείλει να προστατεύει τους διωκόμενους – όχι να τους επιστρέφει πίσω στο σκοτάδι.
Το άρθρο του Κώστα Αρβανίτη δημοσιεύθηκε στο efsyn.gr.
















