Του Γιώργου Χαρβαλιά
Στα μέσα της περασμένης εβδομάδας οι λεγόμενοι «πρόθυμοι» της Ευρώπης, αυτοί δηλαδή που ξύνονται για καβγά με τον Πούτιν, εξέδωσαν μία δήλωση «συμπαράστασης» υπέρ της Δανίας. Σε αντίθεση με τις συνήθεις επιθετικές κορόνες η διατύπωση ήταν νερόβραστη και προσεκτική, σχεδόν φοβική θα σας έλεγα, γιατί δεν απευθυνόταν στους Ρώσους. Στον Τραμπ απευθυνόταν, εκλιπαρώντας τον εμμέσως να…ξανασκεφτεί το θέμα της Γροιλανδίας!
Έρχονται, λοιπόν, στιγμές που η διεθνής πολιτική προσφέρει κωμικά σκετς τόσο καλοδουλεμένα ώστε ούτε η πιο καυστική σάτιρα θα μπορούσε να επινοήσει. Ένα από αυτά αφορά τη σημερινή αγωνία της Δανίας, μιας χώρας που το τελευταίο διάστημα είχε πάρει τον ρόλο του ευρωπαϊκού κήρυκα κατά της «ρωσικής απειλής» προειδοποιώντας για έναν επικείμενο εφιάλτη: Ότι οι Ρώσοι θα μπουκάρουν στα σπίτια μας και δεν θα αφήσουν ρουθούνι.
Ωραίο το σενάριο για πολεμικό blockbuster, όμως η σοβαρότερη απειλή που αντιμετωπίζει σήμερα η Δανία δεν έρχεται από τη Ρωσία. Έρχεται από τον μέχρι πρότινος στενότερο σύμμαχό της. Τις Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ποτέ δεν έκρυψε ότι θεωρεί τη Γροιλανδία στρατηγικό λάφυρο και τη Δανία έναν απλώς ενοχλητικό ιδιοκτήτη.
Η πρόσφατη αμφισβήτηση, ακόμη και με την επίκληση επικείμενης στρατιωτικής εισβολής, αποτέλεσε πραγματική ψυχρολουσία για τη μικρή σκανδιναβική χώρα που νόμιζε ότι είχε ξεπεράσει τον σκόπελο και… ο θείος Ντόναλντ είχε αποκοιμηθεί.
Οι Δανοί, ξέρετε, είναι ένα είδος Ευρωπαίων… πολυτελείας. Εκμεταλλεύονται τη διαδικασία της ενοποίησης στη γηραιά ήπειρο, όπως και όποτε θέλουν, μετέχουν στις δομές α λα καρτ, με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω, αρνήθηκαν (σοφά) να υιοθετήσουν το ευρώ και μέχρι πρότινος είχαν εξασφαλίσει μια σειρά εξαιρέσεων από συλλογικές δράσεις σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας τις οποίες οι ίδιοι ανέστειλαν εν όψει της… ρωσικής απειλής.
Από τη δεκαετία του ’70 κατάφεραν να επιβάλουν τις ιδιοτροπίες τους με διαδοχικά δημοψηφίσματα που τρομοκρατούσαν τις Βρυξέλλες ότι θα χάσουν το… κελεπούρι και στο τέλος αποσπούσαν ένα είδος προνομιακής μεταχείρισης, ασύμμετρο σε σχέση με το μπόι και τη γεωπολιτική ισχύ της χώρας τους.
Οι Δανοί, βεβαίως, είναι πλούσιοι. Ανήκουν στον οικονομικά εύρωστο ευρωπαϊκό Βορρά. Αλλά ο πλούτος τους δεν οφείλεται σε κάποια μοναδικότητα, με εξαίρεση ίσως τον διεθνοπολιτικό τους πραγματισμό. Στις δύσκολες στιγμές επέλεγαν τη… βολική πλευρά της ιστορίας.
Τον Απρίλιο του 1940 οι Γερμανοί κατέλαβαν τη Δανία σχεδόν χωρίς να πέσει ντουφεκιά. Οι απώλειές τους περιορίστηκαν σε… δύο νεκρούς, λιγότερους δηλαδή από όσους χάθηκαν σε τροχαία δυστυχήματα κατά τη διάρκεια προετοιμασίας της επίθεσης!
Οι Γερμανοί εκτίμησαν αυτό το είδος της παθητικής παράδοσης και τους άφησαν στην ησυχία τους για μεγάλο διάστημα. Η χώρα δεν καταστράφηκε, όπως ακριβώς και στον Πρώτο Παγκόσμιο που τήρησε καθεστώς αυστηρής ουδετερότητας. Έτσι λοιπόν, στη νεότερη Ιστορία της η Δανία φρόντισε να αποφύγει τις μεγάλες συγκρούσεις, να ελαχιστοποιήσει το κόστος από τις παγκόσμιες συρράξεις, αλλά και να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε εμπορικό πλεονέκτημα. Χωρίς πολεμικά ερείπια, εμφύλιες διενέξεις και χαμένες γενιές προσανατολίστηκε στη ναυτιλία και στο παγκόσμιο εμπόριο, με κολοσσούς όπως η Maersk, ανέπτυξε ισχυρή φαρμακοβιομηχανία με αιχμή τη Novo Nordisk, αξιοποίησε υδρογονάνθρακες στη Βόρειο Θάλασσα, επένδυσε στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, αλλά ταυτόχρονα προστάτευσε και την πρωτογενή παραγωγή της, προσφέροντάς της εξαγωγικό προσανατολισμό.
Το πραγματικό πλεονέκτημα όμως των Δανών δεν ήταν η καινοτομία, αλλά η ικανότητα να αποφεύγουν τους καβγάδες. Μέχρι που πρόσφατα ψήφισαν για πρωθυπουργό μία ανόητη κυρία με εμμονές. Μία κυρία που έβλεπε στον ύπνο και τον ξύπνιο της τον Πούτιν να ορμά στο σπίτι της, αλλά σήμερα κινδυνεύει να χάσει τη Γροιλανδία από τον Τραμπ.
Η περίπτωση της Μέτε Φρεντέρικσεν είναι πραγματικά απίθανη. Από αυτές που ερμηνεύονται μόνο με κριτήρια απόλυτης βλακείας ή ιδιοτέλειας. Έπεισε τους Δανούς που την ψήφισαν ότι κινδυνεύουν και έσπευσε να στοιχηθεί μαζί με άλλους «χρήσιμους ηλίθιους» στο κλαμπ των προθύμων, απογειώνοντας το αφήγημα της ρωσικής απειλής με εμπρηστικές δηλώσεις.
Η κυρία Φρεντέρικσεν φαινόταν πεπεισμένη ότι o Πούτιν είχε βαλθεί να καταπιεί τη μικρή χώρα της. Γι’ αυτό και υποστήριζε ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν πρέπει να σταματήσει ποτέ! Κατά την άποψή της ο Ζελένσκι πρέπει να ενισχύεται χρηματοδοτικά και στρατιωτικά μέχρι να σβήσει ο ήλιος, ώστε να κρατούνται οι Ρώσοι απασχολημένοι και να μην εισβάλλουν στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Αν ο συλλογισμός σάς φαίνεται αστείος, κρατήστε και ότι αναφορικά με την ίδια τη Δανία δεν έχει κανένα απολύτως ιστορικό υπόβαθρο. Οι βαλτικές χώρες, που δεν κρύβουν ασφαλώς και τις ναζιστικές τους συμπάθειες, ας υποθέσουμε ότι έχουν προηγούμενα με τους Ρώσους. Η Δανία, όμως, στη νεότερη Ιστορία της ουδέποτε έχει «ακουμπιστεί» με το ρωσικό έθνος.
Τραυματική εμπειρία εδαφικού ακρωτηριασμού είναι αλήθεια ότι έχει υποστεί. Το 1864 στο Σλέσβιγκ Χόλσταϊν. Αλλά όχι από τους… Ρώσους, από τους Πρώσους!
Τον επόμενο αιώνα η Δανία γνώρισε και Κατοχή. Από τους Γερμανούς ναζί. Σοβιετικό άρμα μάχης οι Δανοί δεν έχουν δει παρά μόνο σε ταινίες. Κάπου εδώ, λοιπόν, αρχίζουν ο παραλογισμός και η γεωπολιτική ειρωνεία. Η πρωθυπουργός της Δανίας επένδυσε πολιτικά στον φόβο μιας ανύπαρκτης απειλής και υποτίμησε δραματικά τις βλέψεις ενός πανίσχυρου υποτιθέμενου συμμάχου.
Σήμερα, λοιπόν, η Δανία, αιφνιδιασμένη και τρομοκρατημένη, μυξοκλαίει και ζητάει την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Λυπούμαι, αλλά δεν θα συμμετέχω στο δράμα της, ούτε θα τη συμπονέσω. Αφήστε που, προσωπικά, αν ήμουν Γροιλανδός, θα προτιμούσα να με κυβερνάει ο Τραμπ με 100.000 δολάρια στην τσέπη παρά μία εμφανώς βλαμμένη που δεν κατάλαβε ποια είναι η απειλή για τη χώρα της.
Αλλά δεν είμαι Γροιλανδός. Έλληνας είμαι και θυμάμαι επίσης ότι η Δανία, χωρίς καν να είναι στο ευρώ, παρέδιδε μαθήματα δημοσιονομικής ηθικής την περίοδο των Μνημονίων. Τότε που η ελληνική κοινωνία κατέρρεε οικονομικά και θεσμικά η πολιτική σκηνή στη Δανία δεν διακρίθηκε για τη συμπόνια της. Αντιθέτως κυριάρχησε ένας λόγος απαξιωτικός, σχεδόν τιμωρητικός. Στη δανική Βουλή ακούστηκαν δηλώσεις για τα «40 χρόνια ελληνικής ανευθυνότητας», με συνέπεια η χώρα μας να παρουσιάζεται ως κραυγαλέο παράδειγμα προς αποφυγή.
Θυμάμαι επίσης και ότι ένας από τους πιο σκληρούς και ανάλγητους τοποτηρητές της τρόικας για λογαριασμό του ΔΝΤ ήταν Δανός. Ο ανεκδίηγητος κύριος Πολ Τόμσεν, που νόμιζε πως πραγματοποιεί περιοδεία σε αποικία της Υποσαχάριας Αφρικής.
Σήμερα, λοιπόν, η Δανία που μας κουνούσε το δάχτυλο την περίοδο των Μνημονίων, η ίδια Δανία που πρωτοστάτησε χωρίς κανέναν λόγο στο φαιδρό αφήγημα της ρωσικής απειλής, ανακαλύπτει ξαφνικά πανικόβλητη τον κυνισμό στις διεθνείς σχέσεις.
Ε, λυπάμαι, αλλά δεν συγκινούμαι. Όπως έστρωσε, ας κοιμηθεί.
Το άρθρο του Χαρβαλιά δημοσιεύθηκε στο antinews.gr



















