Η Στεφανία είναι 22 ετών σήμερα. Και αν κάτι την αδικεί, είναι ότι όταν ακούμε την ηλικία της, το μυαλό πάει αυτόματα σε μια νέα γυναίκα που ανοίγει και ξεκινά τη ζωή της. Στην περίπτωσή της, η ζωή δεν άνοιξε – έκλεισε απότομα, με θόρυβο, με αίμα, με μια είδηση που πέρασε από τίτλο σε τίτλο και μετά χάθηκε στο επόμενο κύμα της επικαιρότητας. Ο 50χρονος πατέρας της σκότωσε με πολλαπλές μαχαιριές τη μητέρα της αφήνοντας το μαχαίρι καρφωμένο πάνω στο άψυχο σώμα της μέχρι να φτάσουν οι αστυνομικοί στο κεντρικό δρόμο του Μενιδίου, κάτω από το σπίτι της στις 16 Μαΐου του 2024.
Εκείνη έμεινε πίσω. Μαζί με τον αδελφό της. Μόνοι. Τη στιγμή που ο πατέρας τους σκότωσε τη μητέρα τους και βρίσκεται στις φυλακές.
«Η μαμά έφευγε νωρίς για τη δουλειά. Ήταν κάτω από το σπίτι η στάση που έπαιρνε το πούλμαν και όταν ξύπνησα είδα ότι γινόταν χαμός κάτω από το σπίτι. Μου χτύπησε το κουδούνι μία δημοσιογράφος και με ρώτησε αν ήμουν μπροστά σε αυτό που έγινε. Έτσι κατάλαβα ότι είχε δολοφονηθεί κάτω από το σπίτι, το κατάλαβα από μόνη μου ότι ήταν η μαμά γιατί την είχα πάρει τηλέφωνο και δεν μου το σήκωσε».
Ο 14χρονος αδερφός της είχε φύγει νωρίτερα για το σχολείο: «Ο αδερφός μου είχε περάσει το πρωί από το σημείο για να πάει στο σχολείο και απλά νόμιζε ότι είχε γίνει κάποιο τρακάρισμα. Δεν ήξερε ότι ήταν η μαμά εκεί. Εμάς δεν μας είχε ενημερώσει κανείς!».
«Ήταν σαν να με πέταξαν σε άγνωστο μέρος μόνη» λέει η Στεφανία που είναι ξεκάθαρο πως ακόμη – δύο σχεδόν χρόνια μετά – δεν έχει προλάβει να θρηνήσει αλλά είναι αναγκασμένη να παλεύει.
Σε μια νύχτα, η Στεφανία έπαψε να είναι παιδί. Έγινε ταυτόχρονα παιδί – μητέρα – αδελφή. Παιδί, γιατί μέσα της υπάρχει ακόμη το κορίτσι που περίμενε ότι οι μεγάλοι θα προστατεύσουν το σπίτι. Μητέρα, γιατί κάποιος έπρεπε να σηκώσει το βάρος της καθημερινότητας, να κρατήσει όρθια τα πρακτικά, τα ψυχολογικά, τα οικονομικά αλλά κυρίως γιατί έπρεπε να γίνει η φωνή, η αγκαλιά και η ασπίδα του μικρότερου.
«Από αδελφή του έπρεπε να γίνω μητέρα του δύο ρόλους σε έναν άνθρωπο» σημειώνει. Όταν ένα έγκλημα διαλύει μια οικογένεια, πάντα κάποιος «αναλαμβάνει» – όχι από επιλογή, από ανάγκη. Θυμάται την πρώτη φορά που αρρώστησε ο αδερφός της όταν πια είχαν μείνει οι δυο τους.
«Έκλαιγα. Είχα πάρει την παιδίατρο τρεις φορές τηλέφωνο γιατί είχε πυρετό 10 μέρες και δεν του έπεφτε και είχα αγχωθεί πάρα πολύ και θυμάμαι χαρακτηριστικά της έλεγα για πλάκα ότι είναι το πρώτο μου παιδί και δεν ξέρω τι να κάνω».
Η Στεφανία μίλησε. Και η ομιλία της στο Ευρωκοινοβούλιο δεν ήταν μια ακόμη συγκινητική στιγμή για να χειροκροτήσει ένα ακροατήριο και να περάσει παρακάτω.
Ήταν το σπάσιμο μιας σιωπής που στην Ελλάδα συχνά παρουσιάζεται ως «αξιοπρέπεια», ενώ είναι άμυνα, φόβος και κοινωνική συνενοχή.
Η σιωπή καλύπτει, η λήθη «ξεπλένει» και έτσι τα συγκεκριμένα περιστατικά μπαίνουν σε έναν σκοτεινό φάκελο με την ένδειξη «οικογενειακή τραγωδία», λες και ήταν κακή ώρα, λες και ήταν ατύχημα, λες και δεν ήταν δολοφονία.
Σήμερα, η Στεφανία μιλά πρώτη φορά αποκλειστικά στο Πρώτο Θέμα για όλα. Για το πριν – όταν μέσα στο σπίτι υπήρχαν σημάδια, εντάσεις, φόβος.
Για το μετά – όταν η πραγματικότητα έγινε μια ατελείωτη διαδρομή από αστυνομικά τμήματα, δικαστικές αίθουσες, χαρτιά, υπογραφές, έξοδα, αναμονές.
Και για το πιο δύσκολο κομμάτι – το «μετά το μετά», όταν τα φώτα σβήνουν και μένει η σιωπή του κόσμου, οι κλειστές πόρτες, οι θεσμικές αμηχανίες και κυρίως η ίδια μόνη να σηκώνει έναν σταυρό που δεν ήταν δικός της.
Δεν αποκαλεί τον αυτουργό του στυγερού εγκλήματος πατέρα αλλά δράστη και χωρίς δεύτερες σκέψεις λέει: «Δεν έχω νιώσει ότι μας αγάπησε ο πατέρας μου. Αν ποτέ μας αγάπησε ήταν γιατί μας έβλεπε σαν προέκταση της μαμάς μου».
Τι όπλισε το χέρι του; «Προσωπική μου άποψη είναι ότι πάντα τη θεωρούσε κτήμα του και επειδή ένιωσε ότι χάνει ουσιαστικά την περιουσία του, αν μπορώ να το πω έτσι, σκέφτηκε ότι είναι σωστό να κάνει αυτή την πράξη». Περίμενε ότι θα αυτοκτονήσει ο πατέρας της μετά τη δολοφονία αλλά δεν το έκανε: «Έλεγε “μαζί στη ζωή και στον θάνατο” αλλά δεν το τήρησε».
Θυμάται και τη φορά που εκείνος την πήρε τηλέφωνο: «Σε εκείνο το τηλεφώνημα προσπαθούσε να δικαιολογήσει την πράξη του κατηγορώντας τη μαμά και μιλούσε άσχημα για εκείνη, προσπαθούσε να δικαιολογήσει τον εαυτό του ρίχνοντας το φταίξιμο κάπου αλλού. Δεν ξαναμιλήσαμε από τότε και ούτε ξαναπροσπάθησε να με πάρει τηλέφωνο ή να ζητήσει να με δει όπως θα έπρεπε να κάνει ένας πατέρας».
Η Στεφανία αισθάνεται αδικία για τον τρόπο που οι αρχές χειρίστηκαν την υπόθεση της μητέρας της «Νιώθω αδικία. Η μητέρα μου ζήτησε βοήθεια που τελικά ποτέ δεν είχε» υπογραμμίζει.
Η Στεφανία μιλά κυρίως για μια αλήθεια που δεν χωράει εύκολα σε ρεπορτάζ – τα παιδιά των θυμάτων που μένουν αόρατα.
«Είχα όνειρα και σχέδια τα οποία άφησα στη μέση. Η μαμά μου ήταν μία αγκαλιά που τα χωρούσε όλα. Έπρεπε να ανταπεξέλθω σε αυτή την κατάσταση ενώ είχα καταρρεύσει και να αφήσω πίσω την Στεφανία».
Η κοινωνία συγκλονίζεται για λίγο και μετά προχωρά. Η πολιτεία μιλά με ανακοινώσεις, με ευχές, με «πρωτοβουλίες». Στην πράξη όμως, η Στεφανία περιγράφει ότι δεν έχει βοήθεια από κανέναν και από πουθενά. Ούτε σταθερή στήριξη, ούτε ψυχολογική φροντίδα, ούτε πραγματική οικονομική ανάσα, ούτε έναν άνθρωπο-σημείο αναφοράς να την καθοδηγήσει σε ένα λαβύρινθο που κανονικά θα έπρεπε να έχει έξοδο. Μένει να παλεύει όπως μπορεί – με χρέη που δεν δημιούργησε, με ευθύνες που δεν της ανήκουν, με τραύμα που δεν διάλεξε.
Αυτή είναι η καρδιά του μηνύματος που φέρνει η Στεφανία στο 12ο επεισόδιο της «Μέδουσας», να μην επιτρέψουμε η σιωπή και η λήθη να κάνουν ξανά τη «δουλειά» τους. ΝΑ μην ξαναβαφτιστεί η βία «οικογενειακή υπόθεση». Να μην μείνουν οι επιζώντες χωρίς πρόσωπο, χωρίς στήριξη, χωρίς βοήθεια.
Η Στεφανία έχει ως απαρχή – βάση και «απάγκιο» πάντα τη μητέρα της. Η μορφή της κυριαρχεί στα όνειρα και τα σχέδιά της «θέλω να κάνω περήφανη τη μητέρα μου να κάνω τη δουλειά που σπούδασα και να είμαι χαρούμενη» λέει.
Η Στεφανία έγινε σύμβολο σε μια αίθουσα στις Βρυξέλλες. «Αποφάσισα να μιλήσω για να γίνω μήνυμα» σημειώνει η ίδια κάνοντας ένα βήμα ακόμη μία φορά για τους άλλους.
Το ερώτημα είναι τι γίνεται όταν το σύμβολο επιστρέφει σπίτι του. Αν δεν υπάρχει κανείς εκεί, τότε το χειροκρότημα είναι απλώς θόρυβος.
Το 2021, οι οικογένειες των θυμάτων ενώθηκαν και δημιούργησαν τον οργανισμό «Γίνε Άνθρωπος». Μέσα από τον συγκεκριμένο Οργανισμό δεν επιχειρείται να λυθούν μόνο τα πρακτικά προβλήματα που είναι τεράστια και καθημερινά αλλά κυρίως να υπάρξει κάποια στιγμή η κινητικότητα, η ευαισθητοποιήσει και κυρίως η ενεργοποίηση φορέων, οργανισμών και του κρατικού μηχανισμού.
















