reuters

Ο Τραμπ θα αποφασίσει σύντομα για νέες παραδόσεις όπλων στην Ταϊβάν

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι θα λάβει σύντομα απόφαση σχετικά με πιθανές νέες παραδόσεις στρατιωτικού εξοπλισμού στην Ταϊβάν, ένα ζήτημα που έχει προκαλέσει έντονη αντίδραση στο Πεκίνο και οδήγησε τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ να του απευθύνει πρόσφατα προειδοποίηση.

«Του μίλησα. Είχαμε πολύ καλή συζήτηση και θα πάρουμε απόφαση πολύ σύντομα», δήλωσε ο κ. Τραμπ, ο οποίος σχεδιάζει να επισκεφτεί επίσημα την Κίνα τον Απρίλιο, απευθυνόμενος σε δημοσιογράφους που τον συνόδευαν στο προεδρικό αεροσκάφος καθώς επέστρεφε στην Ουάσιγκτον.

Παρά το γεγονός ότι δεν αναγνωρίζει επίσημα την Ταϊβάν, η Ουάσιγκτον είναι ο κυριότερος υποστηρικτής της σε διεθνές διπλωματικό επίπεδο και επίσης μακράν ο μεγαλύτερος προμηθευτής όπλων της νήσου, που το Πεκίνο θεωρεί κινεζική επαρχία.

Στα μέσα Δεκεμβρίου, η Ταϊπέι ανακοίνωνε αγορές αμερικανικών όπλων αθροιστικής αξίας 11,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων, εξοργίζοντας το Πεκίνο, που αντέδρασε προχωρώντας σε μεγάλη ανάπτυξη στοιχείων των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων γύρω από τη νήσο.

Η πώληση, που αφορά κυρίως πυραύλους και μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα, είναι η μεγαλύτερη βάσει αξίας από το 2001, όταν ο Τζορτζ Ουόκερ Μπους είχε εγκρίνει παραδόσεις αμερικανικών όπλων αξίας 18 δισεκ. δολαρίων στην Ταϊβάν.

Κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνδιάλεξής τους στην αρχή αυτού του μήνα, ο Σι Τζινπίνγκ είπε στον αμερικανό ομόλογό του ότι οι ΗΠΑ πρέπει να «δείξουν σύνεση» στις πωλήσεις όπλων που κάνουν στην Ταϊβάν.

Η νέα έκδοση της «στρατηγικής για την εθνική άμυνα» των ΗΠΑ, για το 2026, που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο από το αμερικανικό υπουργείο Πολέμου, αναφέρει ότι η Ουάσιγκτον έχει σκοπό την «αποτροπή της Κίνας στην περιφέρεια Ινδο-Ειρηνικού διά της ισχύος» πάντως όχι με «αναμέτρηση», χωρίς να αναφέρεται ωστόσο ρητώς στην Ταϊβάν, αντίθετα με προηγούμενα τέτοια κείμενα.

Η Ουάσιγκτον πιέζει την Ταϊπέι να επενδύσει περισσότερα για να εγγυηθεί την ασφάλειά της. Ο πρόεδρος της Ταϊβάν Λάι Τσινγκ-τε εισηγήθηκε επιπρόσθετες στρατιωτικές δαπάνες 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων τα επόμενα οκτώ χρόνια, κάτι που μένει να εγκριθεί από το κοινοβούλιο.

Μεταξύ άλλων, τα κεφάλαια αυτά θα επιτρέψουν τη χρηματοδότηση του σχεδιαζόμενου «T-Dome», ολοκληρωμένου συστήματος αντιαεροπορικής άμυνας, με έμπνευση τον «Σιδερένιο Θόλο» του Ισραήλ και τον αναγγελθέντα από τον πρόεδρο Τραμπ μελλοντικό «Χρυσό Θόλο» των ΗΠΑ.

Η Ταϊβάν και η Κίνα παραμένουν πολιτικά χωρισμένες μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου στην Κίνα, το 1949. Το Πεκίνο θεωρεί πάντα τη νήσο κινεζικό έδαφος και λέει πως επιθυμεί την «επανένωση» με ειρηνικά μέσα, χωρίς όμως να έχει αποκλείσει ποτέ τη χρήση στρατιωτικής βίας για να ανακτήσει τον έλεγχό της.

Τα τελευταία χρόνια, η Κίνα έχει εντείνει τη στρατιωτική και διπλωματική πίεση στη νήσο. Σχεδόν καθημερινά, πολεμικά πλοία και στρατιωτικά αεροσκάφη κινούνται γύρω από την Ταϊβάν.

«Αν η Ταϊβάν προσαρτηθεί από την Κίνα, οι επεκτατικές φιλοδοξίες της Κίνας δεν θα σταματήσουν εκεί», υποστήριξε ο κ. Λάι σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Γαλλικό Πρακτορείο την περασμένη εβδομάδα.

«Οι επόμενες χώρες που θα απειληθούν θα είναι η Ιαπωνία, η Φιλιππίνες και άλλες στην περιφέρεια Ινδοειρηνικού, κι οι συνέπειες θα γίνουν αισθητές ως την αμερικανική και την ευρωπαϊκή ήπειρο», πρόσθεσε.

Το Πεκίνο καταδίκασε την περασμένη Πέμπτη τις δηλώσεις του κ. Λάι, «δημιουργού κρίσεων και υποκινητή πολέμων».