Ο πρώην ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρης Παπαδημούλης μίλησε στο κανάλι της «Ν» και τον δημοσιογράφο Γιώργο Μελλιγώνη, ασκώντας δριμεία κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά και στην πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά.
Ο Δημήτρης Παπαδημούλης υποστήριξε ότι «δεν πάει καλά πρώτα από όλα η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν είναι στα καλά της και αυτά που έρχονται θα ’ναι χειρότερα». Όπως ανέφερε, «ο προϋπολογισμός θα είναι μικρότερος, η κοινή αγροτική πολιτική συμπιεσμένη, σε έναν χρόνο τελειώνει το Ταμείο Ανάκαμψης», ενώ σημείωσε πως «η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει χειροτερεύσει και την εικόνα της χώρας εντός της Ευρώπης».
Ο πρώην ευρωβουλευτής επεσήμανε επίσης ότι «ο ΟΠΕΚΕΠΕ θέτει σε κίνδυνο και τις αγροτικές επιδοτήσεις», κάνοντας λόγο για φαινόμενα «κλεπτοκρατίας». Παράλληλα, αναφέρθηκε στις υποκλοπές, ενώ υπενθύμισε ότι «η Ελλάδα είναι προτελευταία σε αγοραστική δύναμη στην Ευρώπη των 27».
Σύμφωνα με τον κ. Παπαδημούλη, η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα σε ζητήματα κράτους δικαίου και διαφάνειας. «Συνεχίζουμε να έχουμε το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος σε όλη την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση», τόνισε, προσθέτοντας ότι η παραγωγικότητα της οικονομίας παραμένει στάσιμη, ενώ «η αγροτική πολιτική είναι στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου».
Αναφερόμενος στην ανάπτυξη, εκτίμησε ότι «ο ρυθμός ανάπτυξης που τώρα γράφει 2 με το ζόρι θα πέσει πολύ πιο χαμηλά μόλις σταματήσουν τα λεφτά του Ταμείου Ανάκαμψης μέσα στο 2026». Παράλληλα, έκανε λόγο για «έξαρση της διαφθοράς, της κλεπτοκρατίας και της κομματοκρατίας» και υποστήριξε ότι «με ελλιπείς θεσμικούς ελέγχους και χωρίς πλήρη ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, η χώρα κινδυνεύει να πάει πάλι στα βράχια».
Ο κ. Παπαδημούλης τόνισε ότι «έχει μεγάλη σημασία να υπάρξει επιτέλους μια ισχυρή, πειστική, εναλλακτική πρόταση με ένα πρόγραμμα σοβαρό, προοδευτικό και τεκμηριωμένο». Κατά την άποψή του, «δεν είναι μόνο η Ευρώπη που απογοητεύει, αλλά και η Ελλάδα που απομακρύνεται από το πρότυπο ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους».
Όπως είπε, ένα τέτοιο κράτος «έχει κοινωνικό κράτος, ισχυρή δημόσια παιδεία, δημόσια υγεία, καλή διοίκηση και περιορισμένη διαφθορά». Παρότι παραδέχθηκε ότι «δεν μπορούμε να γίνουμε Δανία όπως υποσχόταν ο Γιώργος Παπανδρέου πριν μερικά χρόνια», υπογράμμισε πως «ο Μητσοτάκης χρεώνεται την οπισθοδρόμηση προς έναν βαλκανικό δρόμο και όχι προς ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό».
Ο πρώην ευρωβουλευτής έκανε λόγο για «αυξανόμενη κοινωνική πίεση προς όλα τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης να μπουν στον δρόμο του διαλόγου, του κοινού προγράμματος και της συνεργασίας». Όπως σημείωσε, «μία από τις κατάρες της Ελλάδας είναι το δόγμα των κομματικών κυβερνήσεων», υποστηρίζοντας ότι «η συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών έχει κυβερνήσει με συνεργασίες».
Σύμφωνα με τον ίδιο, «κινδυνεύουν οι αγροτικές επιδοτήσεις λόγω της κλεπτοκρατίας στον ΟΠΕΚΕΠΕ» και «πρέπει να μπούμε σε μια κουλτούρα συνεργασίας».
Αναφερόμενος στις πολιτικές εξελίξεις, ο Δημήτρης Παπαδημούλης δήλωσε ότι «η άρνηση της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ να συζητήσει με τα άλλα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης είναι λάθος». Πρόσθεσε ωστόσο ότι «τα υπόλοιπα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, όσα υπάρχουν αλλά και όσα προετοιμάζονται, οφείλουν να μπουν σε αυτόν τον δρόμο».
Υπενθύμισε πως «πριν 37 χρόνια, πάνω σε ένα κοινό πρόγραμμα, τα βρήκαν ο Χαρίλαος Φλωράκης και ο Χαρίτσης», στέλνοντας μήνυμα για ανάγκη πολιτικής συνεννόησης.
Για τον Αλέξη Τσίπρα ανέφερε πως «φαίνεται να ετοιμάζει ένα νέο πολιτικό σχήμα», ωστόσο «θα πρέπει να περιμένουμε να αποσαφηνίσει ο ίδιος το στίγμα και τις προθέσεις του». Όπως είπε, «αν επιδιώξει μια ευρύτερη πολιτική συμμαχία και εκλογική συμπόρευση, αυτό θα είναι το σωστότερο».
Τόνισε ακόμη ότι «ο Τσίπρας διατηρεί ισχυρό πολιτικό κεφάλαιο» και πως «δεν τον ενδιαφέρει απλώς ένα διψήφιο ποσοστό, αλλά μια κυβερνητική προοπτική». Σύμφωνα με τον Παπαδημούλη, «όσοι πιστεύουν στο δρόμο της ενότητας δεν πρέπει να κατεβάσουν τα μολύβια και να σταματήσουν την προσπάθεια, επειδή αρνείται η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ».
Καταλήγοντας, σημείωσε ότι «η πολιτική αλλαγή που διψάει ο κόσμος – επτά στους δέκα πολίτες – δεν μπορεί να γίνει με πολυκατακερματισμό και με κόμματα που αρνούνται τον διάλογο».



















