Η Ομοσπονδία εργαζομένων προειδοποιεί ότι οι επί πληρωμή παρεμβάσεις δεν μειώνουν ουσιαστικά τις λίστες αναμονής και πλήττουν τον δημόσιο χαρακτήρα του συστήματος.
Σφοδρή επίθεση στις κυβερνητικές επιλογές για τα απογευματινά χειρουργεία και συνολικά στη διαχείριση του Εθνικού Συστήματος Υγείας εξαπολύει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Δημοσίων Νοσοκομείων. Όπως υποστηρίζει, το μέτρο όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει το χρόνιο πρόβλημα των λιστών αναμονής, αλλά μεταφέρει το κόστος στους ασθενείς και αλλοιώνει τον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα του ΕΣΥ.
Η ΠΟΕΔΗΝ επισημαίνει ότι μέσα σε έναν χρόνο πραγματοποιήθηκαν 11.342 απογευματινά χειρουργεία, αριθμός που –όπως τονίζει– δεν επαρκεί για να δώσει ουσιαστική λύση. Αντίθετα, υποστηρίζει πως η πραγματική απάντηση βρίσκεται στην άμεση επαναλειτουργία των 400 χειρουργικών αιθουσών που παραμένουν κλειστές λόγω έλλειψης προσωπικού.
Στην ανακοίνωσή της, η Ομοσπονδία σημειώνει ότι τα δημόσια νοσοκομεία δεν μπορούν να λειτουργούν με «λογική τιμοκαταλόγου», καθώς οι πολίτες ήδη χρηματοδοτούν το σύστημα υγείας μέσω φόρων και εισφορών. Υπενθυμίζει, δε, ότι είχε προειδοποιήσει εξαρχής για την αποτυχία του μέτρου, καθώς δεν υπάρχει διαθέσιμο προσωπικό να στηρίξει επιπλέον χειρουργικές πράξεις, όχι από έλλειψη διάθεσης αλλά από φυσική και εργασιακή εξάντληση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, μετά την επικαιροποίηση των λιστών αναμονής, το 2025 ξεκίνησε με 117.494 ασθενείς να περιμένουν για χειρουργείο, με χρόνους αναμονής που έφταναν έως και τα έξι χρόνια. Σήμερα, στη λίστα παραμένουν 83.457 ασθενείς, εκ των οποίων περίπου 32.000 αναμένουν πάνω από τέσσερις μήνες, ενώ 1.114 περιμένουν περισσότερα από δύο χρόνια.
Η ΠΟΕΔΗΝ αμφισβητεί τη μείωση των αριθμών, υποστηρίζοντας ότι δεν οφείλεται κυρίως στα απογευματινά χειρουργεία, αλλά σε μια περιορισμένη αύξηση των πρωινών επεμβάσεων και στη χρήση κουπονιών (vouchers) για δωρεάν χειρουργεία στον ιδιωτικό τομέα μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Όπως καταγγέλλει, ασθενείς που αρνούνται αυτή την επιλογή διαγράφονται από τις λίστες και επανεγγράφονται ως νέοι, αλλοιώνοντας την πραγματική εικόνα της αναμονής.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο γεγονός ότι σε πανελλαδικό επίπεδο λειτουργούν μόνο 600 από τις 1.000 ανεπτυγμένες χειρουργικές αίθουσες, παρότι πολλές είναι σύγχρονες και αναβαθμισμένες. Αν, όπως αναφέρει, άνοιγαν οι 400 κλειστές αίθουσες, θα μπορούσαν να πραγματοποιούνται έως και 400 επιπλέον χειρουργεία ημερησίως, οδηγώντας σε ταχεία εξάλειψη των λιστών αναμονής χωρίς οικονομική επιβάρυνση των ασθενών.
Για να γίνει αυτό, η Ομοσπονδία τονίζει ότι απαιτείται ουσιαστική ενίσχυση του προσωπικού, κυρίως σε αναισθησιολόγους και νοσηλευτές, αλλά και γενναία μέτρα όπως αυξήσεις μισθών, ένταξη στα ΒΑΕ και μονιμοποίηση των συμβασιούχων. Προειδοποιεί, τέλος, ότι η επέκταση των επί πληρωμή υπηρεσιών κινδυνεύει να μετατρέψει το ΕΣΥ σε συμπληρωματικό μηχανισμό του ιδιωτικού τομέα, με τελικούς χαμένους τους ίδιους τους ασθενείς.


















