Ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός δίνει σαφείς οδηγίες πρώτων βοηθειών για τα δαγκώματα από λαγοκέφαλο, την ώρα που το επικίνδυνο ξενικό είδος εξαπλώνεται στις ελληνικές θάλασσες.
Η παρουσία του λαγοκέφαλου στις ελληνικές θάλασσες γίνεται ολοένα και πιο έντονη, προκαλώντας ανησυχία σε λουόμενους, ψαράδες και επιστήμονες. Το συγκεκριμένο ψάρι, που θεωρείται ξενικό είδος για τη Μεσόγειο, έχει πλέον εντοπιστεί σε πολλές περιοχές της χώρας και τα περιστατικά επαφής με ανθρώπους αυξάνονται.
Ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός εξέδωσε οδηγίες προς τους πολίτες, εξηγώντας τι πρέπει να κάνουν σε περίπτωση δαγκώματος. Αν και το ίδιο το δάγκωμα δεν θεωρείται τοξικό, μπορεί να προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό, καθώς ο λαγοκέφαλος διαθέτει ιδιαίτερα δυνατές σιαγόνες, οι οποίες θυμίζουν ράμφος.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, πάντως, δεν αφορά μόνο το δάγκωμα, αλλά κυρίως την κατανάλωση του ψαριού. Ο λαγοκέφαλος περιέχει τετροδοτοξίνη, μια ισχυρή νευροτοξίνη, γεγονός που καθιστά επικίνδυνη την κατανάλωση οποιουδήποτε μέρους του. Η κατανομή της τοξίνης δεν είναι σταθερή, γι’ αυτό και δεν υπάρχει ασφαλές σημείο του ψαριού για φαγητό.
Σύμφωνα με τις οδηγίες του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, σε περίπτωση δαγκώματος πρέπει να γίνει άμεσα καθαρισμός του τραύματος με άφθονο τρεχούμενο καθαρό νερό και σαπούνι. Παράλληλα, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται τοπικά αντισηπτικά χωρίς ιατρική οδηγία.
Αν υπάρχει αιμορραγία, χρειάζεται σταθερή πίεση στο σημείο με καθαρές γάζες ή καθαρό πανί. Σε πιο έντονη αιμορραγία, η πίεση πρέπει να διατηρείται συνεχώς πάνω στο τραύμα, ενώ το τραυματισμένο μέλος καλό είναι να παραμένει ψηλά.
Η αναζήτηση ιατρικής βοήθειας θεωρείται απαραίτητη, καθώς τέτοιου είδους τραύματα μπορεί να χρειαστούν εξειδικευμένη φροντίδα, αντιτετανική κάλυψη ή ακόμη και ράμματα, αν το χτύπημα είναι βαθύ. Σε περιστατικά που συμβαίνουν σε απομακρυσμένες περιοχές ή όταν η αιμορραγία είναι έντονη, οι πολίτες πρέπει να καλούν άμεσα το ΕΚΑΒ στο 166 ή τον Ευρωπαϊκό Αριθμό Έκτακτης Ανάγκης 112.
Τα τελευταία χρόνια, ο λαγοκέφαλος έχει πάψει να θεωρείται πρόβλημα μόνο για συγκεκριμένες θαλάσσιες ζώνες. Από την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα μέχρι περιοχές της Αττικής, όπως η Σαρωνίδα, η Βάρκιζα, η Βούλα, η Βάρη και η Βουλιαγμένη, έχουν υπάρξει αναφορές για δαγκώματα ή επιθετική συμπεριφορά κοντά σε λουόμενους.
Οι επιστήμονες παρακολουθούν με ανησυχία την εξάπλωση του είδους, καθώς ο λαγοκέφαλος δεν έχει ουσιαστικούς φυσικούς ανταγωνιστές στις ελληνικές θάλασσες. Η απουσία θηρευτών, η υπεραλίευση και η άνοδος της θερμοκρασίας των νερών έχουν δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για την εξάπλωσή του.
Το ψάρι εμφανίστηκε στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και σταδιακά εγκαταστάθηκε σε πολλές περιοχές. Προτιμά τα θερμά και σχετικά ρηχά νερά, ενώ μπορεί να κινηθεί ακόμη και πολύ κοντά στην ακτή. Η επιθετικότητά του, σε συνδυασμό με τα ισχυρά του δόντια, το καθιστά επικίνδυνο όταν έρχεται σε επαφή με ανθρώπους ή αλιευτικό εξοπλισμό.
Οι ζημιές που προκαλεί στους ψαράδες είναι επίσης σημαντικές. Ο λαγοκέφαλος καταστρέφει δίχτυα, τρώει αγκίστρια και μειώνει την ψαριά, επιβαρύνοντας οικονομικά τους επαγγελματίες της αλιείας. Σύμφωνα με έρευνες, η ετήσια απώλεια για έναν ψαρά μπορεί να ξεπεράσει τις 6.000 ευρώ.
Γι’ αυτόν τον λόγο, εξετάζονται τρόποι περιορισμού του πληθυσμού του, μεταξύ των οποίων και η επιδότηση της αλιείας του. Παρόμοια προγράμματα έχουν εφαρμοστεί ή βρίσκονται σε εξέλιξη σε περιοχές όπως η Κύπρος και η Τουρκία, ενώ στην Ελλάδα έχουν υπάρξει πιλοτικές δράσεις σε Κρήτη και Δωδεκάνησα.
Την ίδια ώρα, ερευνητικά προγράμματα εξετάζουν αν μπορεί να υπάρξει ασφαλής αξιοποίηση του λαγοκέφαλου, αφού αφαιρεθεί η τετροδοτοξίνη. Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος «Lagomeal», επιστήμονες από το ΕΛΚΕΘΕ, τον «Δημόκριτο» και άλλους φορείς μελετούν την πιθανότητα παραγωγής ασφαλούς ιχθυάλευρου από το συγκεκριμένο είδος.
Η διευθύντρια έρευνας του Ινστιτούτου Θαλασσίων Ερευνών «Αρχιπέλαγος», Αναστασία Μήλιου, στάθηκε στη μεγάλη περιβαλλοντική διάσταση του προβλήματος:
«Το θέμα δεν είναι αν δαγκώνουν οι λαγοκέφαλοι τους λουόμενους και αν βλέπουμε φαινόμενα πανικού και τρόμου στις ακτές»
Όπως εξήγησε, το ζήτημα αφορά τη βαθιά αλλαγή που συντελείται στο θαλάσσιο οικοσύστημα:
«ο κόσμος πρέπει να κατανοήσει ότι στο Αιγαίο υπήρχαν 3.500 χρόνια τα ίδια είδη ψαριών, κάτι που σημαίνει ότι οι μεσογειακοί λαοί τρεφόμαστε με τα ίδια είδη με τους προγόνους μας, αυτά τα ψάρια. Αυτό αλλάζει βίαια τώρα με την ανθρωπογενή παρέμβαση».
Η ίδια επισήμανε ότι στη Μεσόγειο έχουν εισβάλει περισσότερα από 1.000 ξενικά είδη, τονίζοντας πως η κατάσταση δεν συνδέεται μόνο με την κλιματική αλλαγή, αλλά και με την ανθρώπινη δραστηριότητα, την ανεξέλεγκτη ναυτιλία και την υπεραλίευση.
«στη Μεσόγειο έχουν εισβάλλει περισσότερα από 1.000 ξενικά είδη. Καθώς το “Αρχιπέλαγος” έχει το δικό του “παρατηρητήριο” και το δικό του δίκτυο ενημέρωσης, οι επιστήμονές του διαπιστώνουν πόσο γρήγορα εξελίσσεται η ιστορική καταστροφή της θαλάσσιας βιολογίας. Συνεχώς βρίσκουμε νέα είδη. Για παράδειγμα, πριν από μερικές ημέρες βρήκαμε ένα νέο γυμνοβράγχιο, το οποίο είναι μικρό και δεν απειλεί άμεσα είδη ψαριών, όμως διαταράσσει το τοπικό οικοσύστημα. Γενικότερα έχουν απορρυθμιστεί οι ελληνικές θάλασσες, όχι λόγω της κλιματικής αλλαγής μόνο, αλλά κυρίως λόγω της ανθρωπογενούς παρέμβασης».
Η προστασία των φυσικών θηρευτών του λαγοκέφαλου θεωρείται κρίσιμη για την επαναφορά ισορροπίας στις ελληνικές θάλασσες. Όπως είπε η κυρία Μήλιου:
«Τα ψάρια έχουν έναν φυσικό μηχανισμό ελέγχου του βιότοπου στον οποίο ζουν. Γι’ αυτό και εμείς έχουμε υποχρέωση να προστατεύσουμε τους φυσικούς θηρευτές του λαγοκέφαλου και να επαναφέρουμε την υγεία των θαλασσών»
Στους φυσικούς εχθρούς του λαγοκέφαλου περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η καρέτα-καρέτα, ο κυνηγός, ο ξιφίας, ο καρχαρίας και η ζαργάνα. Ωστόσο, η μείωση πληθυσμών και η διατάραξη της τροφικής αλυσίδας δυσκολεύουν τον φυσικό περιορισμό του είδους.
Η Αναστασία Μήλιου υπογράμμισε ακόμη ότι η λύση δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στο κυνήγι του συγκεκριμένου ψαριού:
«Μια καλή ιδέα, λοιπόν, είναι, αντί να επιδοτείται μόνο το κυνήγι του συγκεκριμένου ψαριού, να επιδοτείται η δυνατότητα να μη βγαίνουν οι ψαράδες να ψαρέψουν, ώστε να καταπολεμηθεί η υπεραλίευση. Να δοθεί χρόνος στη φύση να επουλωθεί για να μην εξαφανιστούν είδη που και ο ψαράς ζούσε από αυτά, αλλά και ο καταναλωτής τα είχε στη διατροφή του. Γιατί η υπεραλίευση έχει συμβάλει στο άδειασμα των θαλασσών μας από τα είδη που θα μπορούσαν να περιορίσουν την ανάπτυξη των εισβολικών»
Το πρόβλημα του λαγοκέφαλου, λοιπόν, δεν αφορά μόνο τους λουόμενους ή τους ψαράδες. Αποτελεί ένδειξη μιας ευρύτερης αλλαγής στις ελληνικές θάλασσες, με σοβαρές περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.

















