Η Αλεξάνδρα Τσακίρη ανέσυρε για μία ακόμα φορά από τη μνήμη της, τις φρικιαστικές στιγμές που έζησε στο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών. Σε μια φορτισμένη συνέντευξη περιέγραψε με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τις στιγμές που άλλαξαν όπως λέει και η ίδια για πάντα τη ζωή της.
Τρία χρόνια μετά την τραγωδία, η πληγή παραμένει ανοιχτή, με το αίτημα για δικαιοσύνη να παραμένει η μοναδική διέξοδος για τις ψυχές που χάθηκαν και εκείνες που έμειναν πίσω.
«Δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος»
Η κυρία Τσακίρη είπε ότι 28η Φεβρουαρίου 2023 αποτελεί το κομβικό σημείο που χώρισε τη ζωή της στα δύο. «Είναι σαν να έχει πεθάνει ένα κομμάτι μας εκεί πέρα», εξομολογείται στο Kontra. Η ίδια περιγράφει τη δυσκολία της να βιώσει πλέον αυθόρμητη χαρά, καθώς ο φόβος και οι μνήμες της σύγκρουσης την ακολουθούν σε κάθε της βήμα. Παρά τη συνεχή προσπάθεια μέσω ψυχοθεραπείας, το «γλυκόπικρο» συναίσθημα της επιβίωσης αναμειγνύεται με τις τύψεις για όσους δεν τα κατάφεραν.
Τα μοιραία λεπτά και η «ανήσυχη» διαδρομή
Περιγράφοντας τις συνθήκες πριν από τη σύγκρουση, η επιζήσασα αναφέρθηκε σε μια γενικότερη ανησυχία που επικρατούσε στο τρένο λόγω των καθυστερήσεων. Θυμάται χαρακτηριστικά μια στάση «στο πουθενά» μετά τη Λάρισα, καθώς και έναν έντονο τρανταγμό, σαν το τρένο να άλλαξε ράγες. «Δεν μπορούσες να φανταστείς τι θα ακολουθήσει», είπε, τονίζοντας ότι οι επιβάτες συνειδητοποίησαν ότι βρίσκονταν στην ίδια γραμμή με την εμπορική αμαξοστοιχία μόνο αφού είχαν ήδη βγει από τα βαγόνια.
Η Αλεξάνδρα Τσακίρη βρισκόταν στο πέμπτο βαγόνι. Περιγράφει την απόλυτη φρίκη: τον καπνό που «έκαιγε τα σωθικά» και την προσπάθεια των επιβατών να σπάσουν τα τζάμια για να πάρουν ανάσα. «Είχαμε βάλει τα φουλάρια μας για να μπορούμε να παίρνουμε ανάσες. Η φωτιά ήταν δίπλα μας», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι η επιβίωσή τους οφείλεται στην αυτοθυσία και την αλληλεγγύη μεταξύ των επιβατών, καθώς στα πρώτα κρίσιμα λεπτά ένιωθαν αβοήθητοι.
Καταγγελίες για τη δικαστική διερεύνηση
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν οι αναφορές της στη στάση των ανακριτικών αρχών. Η κυρία Τσακίρη υποστήριξε ότι χρειάστηκε να «απαιτήσει» να καταθέσει, ενώ κατά τη διάρκεια της κατάθεσής της ένιωσε ότι ο ανακριτής προσπάθησε να την κάνει να αμφιβάλλει για τις αναμνήσεις της, ειδικά όσον αφορά στη στάση του τρένου μετά τη Λάρισα. «Νιώθω ότι μας κοροϊδεύουν», δήλωσε, εκφράζοντας την οργή της για την έλλειψη απαντήσεων και την απουσία ουσιαστικής απόδοσης ευθυνών τρία χρόνια μετά.
Το δίλημμα της φυγής και η απόφαση για αγώνα
Παρά την ανασφάλεια που της προκαλεί η κατάσταση στην Ελλάδα, η επιζήσασα επέλεξε να μην φύγει στο εξωτερικό. «Θα τους κάναμε τη χάρη να αφήσουμε τη χώρα και να την εκμεταλλεύονται, σκεπτόμενοι τα κέρδη και όχι τις ζωές μας», σημείωσε χαρακτηριστικά. Η απόφασή της είναι να παραμείνει και να δώσει τη μάχη της ώστε να ακουστεί η αλήθεια και να υπάρξει, κάποια στιγμή, μια «πραγματική δικαίωση».
Κλείνοντας έστειλε ένα μήνυμα στην ελληνική κοινωνία, ενόψει και των κινητοποιήσεων του Σαββάτου: «Να μην ξεχάσουν. Θα μπορούσε να είναι στη θέση μας οποιοσδήποτε».
















