Σοκ προκαλούν οι κατηγορίες για διαρροή απόρρητων στρατιωτικών πληροφοριών, οι επαφές με κινεζικούς «συνδέσμους» και οι πληρωμές μέσω κρυπτονομισμάτων.
Σε κρίσιμο στάδιο εισέρχεται η υπόθεση κατασκοπείας που έχει συγκλονίσει την Ελλάδα, καθώς ο Σμήναρχος της Πολεμικής Αεροπορίας που κατηγορείται για διαρροή απόρρητων πληροφοριών αναμένεται να απολογηθεί μεθαύριο Τρίτη (10.02.2026). Οι πληροφορίες που αποκαλύπτονται για τη δράση του και τις σχέσεις του με κινεζικούς παράγοντες συνθέτουν ένα σκηνικό που θυμίζει κινηματογραφικό σενάριο.
Ο αξιωματικός κατηγορείται για «συλλογή και μετάδοση μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας σε τρίτους, με κίνδυνο πρόκλησης βλάβης στα εθνικά συμφέροντα», με τις ποινές να φτάνουν ακόμη και την ισόβια κάθειρξη, ενώ με βάση νέο νομοσχέδιο για τις Ένοπλες Δυνάμεις προβλέπεται ακόμη και αφαίρεση ιθαγένειας σε περιπτώσεις κατασκοπείας. Έχει τεθεί ήδη σε διαθεσιμότητα με εντολή του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ και κρατείται σε στρατιωτική εγκατάσταση της Αερονομίας στον Βύρωνα.
Η υπόθεση φαίνεται να ξεκίνησε το 2024, όταν ο Σμήναρχος ήρθε σε διαδικτυακή επαφή με εκπροσώπους κινεζικών εταιρειών για γεωστρατηγικά ζητήματα και ακολούθησε συνάντηση σε συνέδριο του ΝΑΤΟ σε ευρωπαϊκή χώρα. Αργότερα ταξίδεψε στην Κίνα, επικαλούμενος ενδιαφέρον για εκμάθηση της γλώσσας και επαγγελματικές προοπτικές, όπου φέρεται να μυήθηκε σε λογισμικά και συστήματα πληροφοριών και να ανέπτυξε πιο στενές σχέσεις με τους «συνδέσμους» του.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις αρχές, ξεκίνησε η διαρροή διαβαθμισμένων πληροφοριών έναντι σημαντικών χρηματικών ποσών. Η CIA φέρεται να ενημέρωσε για πιθανή δραστηριότητα κατασκοπείας, ενώ από τον Οκτώβριο του 2025 η ΕΥΠ, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Κυβερνοασφάλειας του ΓΕΕΘΑ, παρακολουθούσε τη δράση του.
Η σύλληψη πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη (06.02.2026) στη 128 Σμηναρχία Εκπαίδευσης Τηλεπικοινωνιών, παρουσία εισαγγελέα. Κατά τον έλεγχο εντοπίστηκε μη δηλωμένο κινητό τηλέφωνο, το οποίο αποκρυπτογραφήθηκε επιτόπου, οδηγώντας – σύμφωνα με πληροφορίες – σε ομολογία. Ακολούθησαν κατασχέσεις ηλεκτρονικών συσκευών και ειδικού εξοπλισμού επικοινωνίας από το σπίτι του.
Όπως προκύπτει από την έρευνα, ο Σμήναρχος φέρεται να αποκτούσε πρόσβαση σε ευαίσθητα δίκτυα πληροφοριών, να μετατρέπει τα δεδομένα σε QR κωδικούς και να τα αποστέλλει στους αποδέκτες του, ενώ οι πληρωμές γίνονταν μέσω κρυπτογραφημένων εφαρμογών και κυμαίνονταν από 5.000 έως 15.000 ευρώ. Οι αρχές εξετάζουν επίσης αν προσπάθησε να στρατολογήσει και άλλους συνεργάτες.
Ο λόγος που επιλέχθηκε από τους «συνδέσμους» του αποδίδεται στο πλούσιο βιογραφικό του, με πιστοποιήσεις του ΝΑΤΟ, εμπειρία σε συστήματα επικοινωνιών, ραντάρ, ηλεκτρονικό πόλεμο και συμβάσεις οπλικών συστημάτων, γεγονός που τον καθιστούσε πρόσωπο «υπεράνω υποψίας».














