Η Ευρώπη σε αμηχανία μετά την επέμβαση Τραμπ στη Βενεζουέλα και τις πιέσεις για τη Γροιλανδία

Η επιχείρηση των ΗΠΑ στο Καράκας φέρνει την ΕΕ αντιμέτωπη με δύσκολες επιλογές, δοκιμάζοντας αρχές, συμμαχίες και τη διατλαντική συνοχή.

Το πρωί της Κυριακής, λίγο πάνω από ένα 24ωρο μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στο Καράκας και τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, από ειδικές δυνάμεις των ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε σε ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, δεν υπήρξε καμία αναφορά σε μια στρατιωτική επιχείρηση που είχε ήδη χαρακτηριστεί από διεθνείς ηγέτες, πολιτικούς εντός της ΕΕ και σχεδόν το σύνολο των νομικών αναλυτών ως κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Αντί σχολιασμού των εξελίξεων στη Βενεζουέλα, το εκτελεστικό όργανο της ΕΕ ευχήθηκε στους Ευρωπαίους πολίτες ασφαλή επιστροφή από τις διακοπές τους, υπενθυμίζοντας ότι η ελεύθερη μετακίνηση μόνο με ταυτότητα, όπως και οι αποζημιώσεις για καθυστερήσεις σε μέσα μεταφοράς, αποτελούν κατακτήσεις της Ένωσης. Η ελευθερία μετακίνησης, η προστασία των καταναλωτών και τα δικαιώματα των ταξιδιωτών είναι τομείς στους οποίους η ΕΕ έχει επιδείξει αποτελεσματικότητα. Αντίθετα, η δημόσια αντιπαράθεση με έναν ισχυρό και διαχρονικό σύμμαχο, καθώς και η υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες, αποδεικνύονται σαφώς πιο περίπλοκες.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται πλέον σε βαθύ στρατηγικό αδιέξοδο, όχι μόνο λόγω της αιφνιδιαστικής ενέργειας του Ντόναλντ Τραμπ στη Βενεζουέλα, αλλά και εξαιτίας των επαναλαμβανόμενων δηλώσεών του ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «απολύτως» πρέπει να αποκτήσουν τον έλεγχο της Γροιλανδίας, η οποία αποτελεί αυτοδιοικούμενο έδαφος του Βασιλείου της Δανίας. Ο καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου, Αλμπέρτο Αλεμάννο, περιέγραψε το δίλημμα με σαφήνεια: αν η Ευρώπη αποδεχθεί τις αμερικανικές ενέργειες κατά του καθεστώτος Μαδούρο, υπονομεύει τις ίδιες νομικές αρχές στις οποίες βασίζει την καταδίκη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Αντίστροφα, μια ξεκάθαρη ευρωπαϊκή καταδίκη της αμερικανικής επιχείρησης ενέχει τον κίνδυνο απομάκρυνσης του βασικού πυλώνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας και διάρρηξης της διατλαντικής ενότητας, σε μια περίοδο που η συλλογική άμυνα απέναντι στη Ρωσία θεωρείται κρίσιμη. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, οι οποίοι έχουν ακούσει τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να δηλώνει ότι μια ειρηνευτική συμφωνία είναι «κατά 90% έτοιμη», και συμμετείχαν την Τρίτη στο Παρίσι σε συνάντηση με τον Ουκρανό πρόεδρο και τον Αμερικανό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ για τις εγγυήσεις ασφάλειας του Κιέβου, επιθυμούν να αποφύγουν κάθε κίνηση που θα μπορούσε να εκτροχιάσει αυτή τη διαδικασία.

Παράλληλα, επιδιώκουν να μην προκαλέσουν έναν Αμερικανό πρόεδρο που έχει εκφράσει επανειλημμένα την περιφρόνησή του προς την Ευρώπη και τους ηγέτες της, φοβούμενοι την αναζωπύρωση εμπορικών εντάσεων ή την περαιτέρω αποδυνάμωση των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας. Όπως σημειώνει ο Guardian, αυτή η αδύναμη ευρωπαϊκή θέση έγινε εμφανής μετά την επιχείρηση στη Βενεζουέλα. Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, δήλωσε ότι δεν πρόκειται να «χύσει δάκρυα» για τον Νικολάς Μαδούρο.

Πιο σύνθετη ήταν η τοποθέτηση του Γερμανού καγκελαρίου, Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος αναφέρθηκε μεν στην έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης του Μαδούρο, αλλά επισήμανε ότι η «νομική αξιολόγηση» της αμερικανικής επιδρομής είναι «σύνθετη και απαιτεί προσεκτική εξέταση». Η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, πήγε ένα βήμα παραπέρα, χαρακτηρίζοντας την επίθεση «νόμιμη» πράξη αυτοάμυνας, ενώ η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, περιορίστηκε στη φράση ότι η Ένωση «παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις».

Λίγοι Ευρωπαίοι ηγέτες υιοθέτησαν σαφέστερη στάση, με πιο χαρακτηριστικό τον πρωθυπουργό της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ. Όπως δήλωσε, η Ισπανία «δεν αναγνωρίζει το καθεστώς Μαδούρο», αλλά «ούτε πρόκειται να αναγνωρίσει μια επέμβαση που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο». Συνολικά, όμως, η ευρωπαϊκή αντίδραση παρέμεινε συγκρατημένη, κάτι που φάνηκε και από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ αναδημοσίευσε με ικανοποίηση τις δηλώσεις Μακρόν στο Truth Social.

Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή ακροδεξιά αξιοποίησε πολιτικά τις εξελίξεις. Η Μαρίν Λεπέν έκανε λόγο για κρατική κυριαρχία που είναι «απαραβίαστη, ιερή και ποτέ διαπραγματεύσιμη», ενώ ο Ζορντάν Μπαρντελά υποστήριξε ότι η «βίαιη ανατροπή μιας κυβέρνησης από το εξωτερικό» δεν μπορεί ποτέ να αποτελεί «αποδεκτή απάντηση», ακόμη και απέναντι σε μια «αιμοδιψή και αδίστακτη δικτατορία».

Το αν η ευρωπαϊκή στάση ήταν η ορθή παραμένει αντικείμενο συζήτησης. Η Ναταλί Τοτσί από το Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων της Ρώμης εκτίμησε ότι δεν ήταν, επισημαίνοντας πως όσο περισσότερο τα ευρωπαϊκά κράτη συμπεριφέρονται σαν αποικίες, ανίκανα ή απρόθυμα να αντιταχθούν στον Τραμπ, τόσο περισσότερο θα αντιμετωπίζονται ως τέτοιες. Ο δρ Τζον Κότερ, ερευνητής στο συνταγματικό δίκαιο της ΕΕ στο Πανεπιστήμιο Κιλ, τόνισε ότι όσοι Ευρωπαίοι ηγέτες απέφυγαν την καταδίκη της αμερικανικής επίθεσης «από φόβο μήπως προκαλέσουν την οργή του Τραμπ» αγνόησαν δύο δεδομένα: ότι ο Τραμπ δεν ενδιαφέρεται για τη γνώμη τους και ότι ήδη τους αντιμετωπίζει με περιφρόνηση.

Παρά τις αντιφάσεις, υπάρχουν ενδείξεις σκλήρυνσης της ευρωπαϊκής στάσης στο ζήτημα της Γροιλανδίας, με πρωτοβουλία της Δανίας. Η πρωθυπουργός Μέτε Φρεντέρικσεν ξεκαθάρισε προς τις ΗΠΑ ότι δεν έχουν κανένα δικαίωμα να προσαρτήσουν οποιοδήποτε μέρος του δανικού βασιλείου. Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, χαρακτήρισε την αμερικανική ρητορική «εντελώς και απολύτως απαράδεκτη» και κάλεσε την Ουάσινγκτον να εγκαταλείψει «φαντασιώσεις περί προσάρτησης».

Την Τρίτη, οι ηγέτες της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Πολωνίας, της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου εξέφρασαν τη στήριξή τους στη Δανία, τονίζοντας ότι η Γροιλανδία ανήκει στον λαό της και ότι μόνο η Δανία και η Γροιλανδία έχουν δικαίωμα να αποφασίζουν για το μέλλον της. Αν και οι περισσότεροι αναλυτές θεωρούν απίθανη μια στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στο νησί, το οποίο καλύπτεται από το ΝΑΤΟ, δεν αποκλείουν ένα πολιτικό σχέδιο ενίσχυσης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας σε μια περιοχή υψηλής στρατηγικής και οικονομικής σημασίας.

Παρά το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή ρητορική απέναντι στις απειλές Τραμπ για τη Γροιλανδία εμφανίζεται σαφώς αυστηρότερη σε σύγκριση με τη στάση για τη Βενεζουέλα, παραμένει ασαφές ποια συγκεκριμένα μέτρα θα μπορούσαν να ληφθούν σε περίπτωση οποιασδήποτε μορφής επέμβασης. Ο Μουτζτάμπα Ράχμαν της Eurasia Group προειδοποίησε ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να αποτελέσει τη σοβαρότερη απειλή για τη διατλαντική συμμαχία και τη συνοχή του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, ενδεχομένως ακόμη μεγαλύτερη και από εκείνη που προκαλεί η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.